Γεννημένος στις 22 Ιουνίου 1944 στο Παρίσι, έφυγε από τη ζωή
σήμερα στις 7 Δεκεμβρίου 2025 σε ηλικία 81 ετών, ο Jean-Gilles Malliarakis.
Ήταν μια εμβληματική μορφή του γαλλικού ριζοσπαστικού εθνικισμού, ένας τολμηρός
και ακούραστος ακτιβιστής από τη δεκαετία του 1960.
Γιος του Έλληνα ζωγράφου
Antoine Malliarakis (με το παρατσούκλι «Mayo») και στενός φίλος του Jacques
Prévert και του Albert Camus, μεγάλωσε σε ένα αριστερό πνευματικό και
καλλιτεχνικό περιβάλλον.
Όμως σε ηλικία 15 ετών, μια θεατρική παράσταση του
Camus, εμπνευσμένη από τους Δαίμονες του Dostoïevski, τον μετέτρεψε σε έναν
φανατικό αντικομμουνιστή, προσελκύοντας, τον σε ριζοσπαστικούς εθνικιστικούς
κύκλους.
Απόγονος ενός Έλληνα ναυάρχου, εξέφρασε εθνικιστικές απόψεις από την
εφηβεία του, υποστηρίζοντας το κίνημα “Jeune Nation” ενώ ήταν ακόμα στο λύκειο.
Αργότερα, σαν φοιτητής στο Ινστιτούτο Πολιτικών Σπουδών του
Παρισιού, ο Malliarakis συμμετείχε στην “Action Française” και αγωνίστηκε για
την Γαλλική Αλγερία κατά τη διάρκεια του Αλγερινού Πολέμου.
Εντάχθηκε επίσης
στους “Ανεξάρτητους Νέους” του Παρισιού, ένα παράρτημα του “Εθνικού Κέντρου
Ανεξάρτητων και Αγροτών” (CNIP), όπου συνεργάστηκε με προσωπικότητες όπως ο
Jean-Marie Le Pen. Το 1966, ίδρυσε τον “Cercle Capitaine Moreau,” μια
αντισιωνιστική ομάδα.
Την επόμενη χρονιά εντάχθηκε στο κίνημα “Jeunesses
Patriotes et Sociales” του Roger Holeindre. Το 1969, ενώ δημιουργούσε το δικό
του φοιτητικό κίνημα, “Positions Nouvelles”, το οποίο μετονομάστηκε σε “Action
Nationaliste”, οργάνωσε μια εκδήλωση μνήμης στο Sciences Po, για την 50ή
επέτειο των “Fasci Italiani di Combattimento”.
Στις 2 Μαΐου 1969, κατά τη διάρκεια βίαιων συγκρούσεων με
ακροαριστερούς ακτιβιστές στο Lycée Louis-le-Grand (όπου ένας αριστερός μαθητής
έχασε πολλά δάχτυλα σε μια έκρηξη), ο Malliarakis συνελήφθη, αναίσθητος στα
επεισόδια και κρατήθηκε για τρεις εβδομάδες.
Από το 1969 έως το 1972, ήταν
μέλος της περίφημης οργάνωσης “Ordre Nouveau” και εντάχθηκε στο πολιτικό της
γραφείο.
Συνελήφθη επανειλημμένα για «βίαιη αναταραχή» και εξέτισε αρκετές
σύντομες ποινές φυλάκισης. Μετά από ένα διάλειμμα από την πολιτική, ο
Malliarakis επανεμφανίστηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1970, αγοράζοντας το
βιβλιοπωλείο Librairie française του Henry Coston, έναν εμβληματικό και διάσημο
χώρο του παρισινού εθνικισμού, ο οποίος έπεσε θύμα εννέα βομβιστικών επιθέσεων
(η τελευταία το 1986).
Κινήθηκε έπειτα προς μια αντικαπιταλιστική πολιτική,
υποστηρίζοντας έναν «Τρίτο Δρόμο» μεταξύ κομμουνισμού και φιλελευθερισμού.
Το 1977 εντάχθηκε στο “Groupe Action Jeunesse” (GAJ), όπου
διηύθυνε την εφημερίδα “Jeune Nation Solidariste”. Το 1979 συγχώνευσε το GAJ με
το “Groupes Nationalistes Révolutionnaires de Base” για να δημιουργήσει το
“Mouvement Nationaliste Révolutionnaire” (MNR), του οποίου και ηγήθηκε.
Το 1982
επιχείρησε να σχηματίσει συνασπισμό με το Œuvre française” του Pierre Sidos,
το οποίο απέτυχε γρήγορα. Επίσης προσπάθησε και την προσέγγιση με την
μεταπολιτική ομάδα GRECE (Nouvelle Droite).
Το 1984 το MNR έγινε το “Troisième
Voie”, (Τρίτος Δρόμος), ενσωματώνοντας πρώην μέλη του “Parti des Forces
Nouvelles” και της “Jeune Garde” (μια νεανική πτέρυγα που δημιουργήθηκε το
1984).
Ο Malliarakis έθεσε υποψηφιότητα στις βουλευτικές εκλογές του 1986, στην
12η εκλογική περιφέρεια του Παρισιού, λαμβάνοντας το 2,5% των ψήφων. Στη
συνέχεια, παρουσίασε μια διμηνιαία εκπομπή στο Radio Courtoisie, μαζί με τον
Serge de Beketch.
Από τη δεκαετία του 1990 και μετά, εγκατέλειψε σταδιακά τον
επαναστατικό εθνικισμό και εντάχθηκε στο Front National ενώ διηύθυνε τις
εκδόσεις “Éditions du Trident” (με εξειδίκευση στις αντιμασονικές επανεκδόσεις).
Υπερασπίστηκε τους μικρούς καταστηματάρχες και τους τεχνίτες και ασπάστηκε την
χριστιανική ορθοδοξία. Μέχρι το τέλος της ζωής του παρέμεινε ενεργός ως δοκιμιογράφος
(έργα για τη Γιάλτα, το γερμανοσοβιετικό σύμφωνο, την Κόκκινη Τρομοκρατία
κ.λπ.) και blogger στο L’Insolent.
Ένας ακούραστος ακτιβιστής και ιδεολόγος, που ήταν πάντα
κοντά στην νεολαία του δρόμου αλλά ταυτόχρονα και πολύ διαβασμένος.
Άφησε πίσω
την ανάμνηση μιας αγωνιστικής καριέρας πλούσιας σε ιδεολογικές εξελίξεις, που
κυμαίνονται από τον Επαναστατικό Εθνικισμό της δεκαετίας του 1970-1980 σε έναν
εθνικισμό του πολιτικού αγών μέσα από το Εθνικό Μέτωπο.
Την 4η Δεκεμβρίου του 2012 τελέστηκε στο
Αγρίνιο παρουσία συγγενών και συναγωνιστών, η εξόδιος ακολουθία και ταφή του
Σπύρου Σταθόπουλου, παλαίμαχου ακτιβιστή εθνικοσοσιαλιστή, κοινωνιολόγου και εγκληματολόγου, ιδρυτή της
οργανώσεως «Εθνικός Σύνδεσμος Ελλήνων Σπουδαστών Ιταλίας» - Ε.Σ.Ε.Σ.Ι.», πανεπιστημιακού
καθηγητή, διδάκτορα πολιτικών επιστημών του πανεπιστημίου της Νάπολης στην
Ιταλία και μορφής του Ελληνικού αλλά και του Ευρωπαϊκού εθνικισμού.
Καταγόταν
από ευκατάστατη μεσοαστική οικογένεια της Ακαρνανίας με σημαντική προσφορά σε εθνικούς
και κοινωνικούς αγώνες, τα γράμματα, τις τέχνες και τον αθλητισμό, και στο
Αγρίνιο η οικογένεια του έχει συνδέσει το όνομα της με την ποδοσφαιρικό τμήμα
της ομάδας «Παναιτωλικός Γυμναστικός Σύλλογος».
Ως μαθητής του εξαταξίου Γυμνασίου
στο Αγρίνιο πρωτοστάτησε και συμμετείχε στις εκδηλώσεις και τις μαζικές
διαδηλώσεις για το Κυπριακό ζήτημα και συμπαραστάθηκε στον εθνικό
απελευθερωτικό αγώνα της αντάρτικης Ε.Ο.Κ.Α. υπό την ηγεσία του Στρατηγού Γεωργίου Γρίβα.
Εγκαταστάθηκε
στη Ρώμη το φθινόπωρο του 1958 και παρακολούθησε μαθήματα Ιταλικής γλώσσας, ενώ
το ακαδημαϊκό έτος 1959 - 60 μετακόμισε στο Παλέρμο της Σικελίας, και γράφτηκε
στη μαθηματική σχολή του πολυτεχνείου, όπου παρακολούθησε μαθήματα για τρία
χρόνια.
Το φθινόπωρο του 1963 εγκατέλειψε τη μαθηματική σχολή του Παλέρμο και
εγκαταστάθηκε στη Νάπολη της Καμπανίας στη Νότια Ιταλία, όπου σπούδασε στη νομική σχολή του πανεπιστημίου και αποφοίτησε το καλοκαίρι του 1968 ως
πτυχιούχος του τμήματος πολιτικών επιστημών.
Παρακολούθησε μεταπτυχιακά
μαθήματα, υπέβαλε διδακτορική διατριβή και το 1970 ανακηρύχθηκε διδάκτορας,
στην έδρα των πολιτικών επιστημών της νομικής σχολής του πανεπιστημίου της
Νάπολης.
Στην Ιταλία εξέδωσε και κυκλοφόρησε την εφημερίδα «Αναγέννησις». Το
1974 αμέσως μετά την απόλυση του από τον Ελληνικό Στρατό, δημοσίευσε εργασίες,
μελέτες και άρθρα σε εφημερίδες, όπως ο «Ελεύθερος Κόσμος», η
«Ακρόπολις», ο «Ελληνικός Κόσμος», αλλά και Ιταλικές όπως στην «Secolo d' Italia».
Τον
Οκτώβριο του 1976 μαζί με ομάδα φίλων και συναγωνιστών από τα χρόνια της
Ιταλίας προχώρησε στην έκδοση του πολιτικού ιδεολογικού περιοδικού
«Αντισοφιστικά - Νέα Ενιαία Δεξιά», το οποίο χρηματοδότησε εκποιώντας σημαντικό
μέρος του μεριδίου του από την πατρική περιουσία.
Ήταν η πρώτη οργανωμένη
μεταπολιτευτική προσπάθεια που απευθύνθηκε στον εθνικιστικό χώρο, ο οποίος
προσπαθούσε να βρει τον πολιτικό του βηματισμό, μουδιασμένος από τα αλλεπάλληλα χτυπήματα και τις ραδιουργίες του Καραμανλικού παρακράτους, που ήταν σε απόλυτη
σύμπλευση και αρμονική συνεργασία με την αριστερά.
Υπήρξε στέλεχος του νεοφασιστικού«Movimento Sociale Italiano», αλλά και στο θρυλικό F.U.A.N., (Πανεπιστημιακό Μέτωπο Εθνικιστικής Δράσης), το τμήμα της σπουδάζουσας νεολαίας του κινήματος, έγινε
το 1962 ο πρώτος μη Ιταλός που εκλέχθηκε με τους συνδυασμούς της στα Ιταλικά
πανεπιστήμια.
Συνέχισε τη δράση του μέσα από τις γραμμές της «Alleanza
Nazionale», της οποίας υπήρξε στέλεχος, ήταν στενός συνεργάτης του Giorgio
Almirante, αν και ιδεολογικά ανήκε στην εθνικοεπαναστατική τάση με την ομάδα της «Ordine Nuovo» του λεγόμενου «Μαύρου Γκράμσι» του διανοητή Pino Rauti.
Ο
Σταθόπουλος εκλέχθηκε πρόεδρος του συνδέσμου της «LEGA - Ε.Σ.Ε.Σ.Ι.» του
Εθνικού Συνδέσμου Ελλήνων Σπουδαστών και Νέων Επιστημόνων Ιταλίας και Δυτικής
Ευρώπης, στις τάξεις του οποίου συντάχθηκαν περίπου 15.000 μέλη.
Πολλά από τα
μέλη της ηγεσίας αλλά και απλά μέλη του Συνδέσμου που δήλωναν Εθνικοσοσιαλιστές
και Φασίστες οι λεγόμενοι Έλληνες «Μισίνι» στερήθηκαν - στη διάρκεια του Στρατιωτικού Καθεστώτος της 21ης Απριλίου στην Ελλάδα - της δυνατότητας να δέχονται
εμβάσματα σε συνάλλαγμα, είτε τα διαβατήρια τους, καθώς και ταλαιπωρήθηκαν με προσαγωγές,
ανακρίσεις, παρακολουθήσεις και απειλές της ασφάλειας μεταξύ τους ο ίδιος ο
Σταθόπουλος, όλα αυτά με ευθύνη του Απριλιανού καθεστώτος.
Ο σύνδεσμος είχε εξαπλωθεί σ'
ολόκληρη την Δυτική Ευρώπη και για το λόγο αυτό, στο Α' Πανευρωπαϊκό Συνέδριο
το 1968, μετετράπη σε «Εθνικό Σύνδεσμο Ελλήνων Σπουδαστών και Νέων Επιστημόνων
Δυτικής Ευρώπης».
Στο βιβλίο του Θεοδώρου Καραμπέτσου«Οι Αντιδραστικοί» υπάρχει
αναφορά στον Εθνικό Σύνδεσμο Ελλήνων Σπουδαστών Ιταλίας (ΕΣΕΣΙ) ενώ το βιβλίο «Πού
πήγαν κείνα τα παιδιά» του Αλέξανδρου Κουτούζου που αποτελεί το δεύτερο βήμα φωτίζει
πολλές άγνωστες πτυχές του κινήματος των Ελλήνων Εθνικιστών που την εποχή
εκείνη έδιναν την δική τους σκληρή μάχη στους πανεπιστημιακούς χώρους της γειτονικής
Ιταλίας.
Ο Κουτούζος περιγράφει κυρίως την ιστορία της Εθνικοσοσιαλιστικής τάσης
του ΕΣΕΣΙ η οποία υπήρξε αντικείμενο δίωξης και καταστολής από τις αρχές της «χούντας», αφού οι συναγωνιστές φοιτητές είχαν καταλάβει ότι η 21η Απριλίου δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια «παρένθεση» του στρατού πριν την καταστροφική επαναφορά του σάπιου παλαιού πολιτικού κόσμου!
Ένα χαρακτηριστικό
απόσπασμα του βιβλίου είναι το παρακάτω:
«Λέγεται ότι μέσα στο 1969, δώδεκα
χιλιάδες φοιτητές ήταν γραμμένοι στον ΕΣΕΣΙ, οργανωμένοι σε τριάντα τέσσερις
τοπικές επιτροπές που αντιστοιχούσαν σε ισάριθμες Ιταλικές πόλεις.
Δύο πολιτικά
ρεύματα αναμετρούνταν μεταξύ τους στο εσωτερικό του συνδέσμου με στόχο να
ηγεμονεύσουν στον ιδεολογικό προσανατολισμό:
από τη μία ήταν το ρεύμα των Εθνικοσοσιαλιστών,
με ηγετικό εκπρόσωπο τον Βεντούρη και από την άλλη το ρεύμα των Απριλιανών, των
φοιτητών δηλαδή που επιδίωκαν στενή σχέση με την ελληνική χούντα.
Οι τελευταίοι
απολάμβαναν την πολιτική και υλική στήριξη του ελληνικού καθεστώτος.
Δεν ήταν
λίγες, μάλιστα, οι φορές που στρατιωτικά κλιμάκια της Χούντας παρευρέθηκαν σε
συνέδρια του ΕΣΕΣΙ.
Σε ένα από αυτά, που έγινε στη Φεράρα τον Δεκέμβρη του
1969, ο Βεντούρης ενώπιον Ελληνικού και Ιταλικού ακροατηρίου αλλά και
διπλωματικής αποστολής από την Ελλάδα θα εκφωνήσει τον παρακάτω λόγο.
Η νεοφασιστική εφημερίδα του MSI ονόματι Secolo θα τον αναδημοσιεύσει:
«Είμαστε
εθνικοσοσιαλιστές.
Αυτό ποτέ δεν το αποκρύψαμε γιατί μέσα στο θαύμα της
γερμανικής επανάστασης του 1933 είδαμε τη δύναμη εκείνη που θα λυτρώσει την
ανθρωπότητα από την εβραϊκή σαπίλα.
Είδαμε τη δύναμη που θα μας οδηγήσει σε μια
νέα ευρωπαϊκή αναγέννηση.
Είδαμε τη φυγή από τον εφιαλτικό βιομηχανικό
μαζάνθρωπο σε έναν νέο τύπου ανθρώπου, τον άνθρωπο της φιλοσοφίας και του
πολέμου, τον άνθρωπο της γης και του αίματος, τον αγνό, αφελή και βίαιο άνθρωπο
του μύθου και των ενστίκτων».
Η διαφωνία ήταν πλέον δεδομένη με τις πολιτικές επιλογές
των Απριλιανών οι οποίοι έδειχναν σημάδια απέραντης καλοσύνης απέναντι στους κύριους καταστροφείς του
τόπου ...
«Εκδρομή στην Αθήνα» ονομάστηκε η ιστορική άφιξη 52 νεοφασιστών μια πρωτοβουλία μερίδας των ανωτέρων
στελεχών της 21ης Απριλίου, που ήθελαν την «φασιστικοποίηση» του εγχειρήματος σχέδιο στο
οποίο αντέδρασε σφόδρα η ηγετική τριανδρία του καθεστώτος.
Για να καλυφτεί η
πραγματική σκοπιμότητα του ταξιδιού, η «εκδρομή» παρουσιάστηκε ως εορταστική
προσφορά του καθεστώτος προς τους φοιτητές της Ιταλίας. Την οργάνωση είχε
αναλάβει ο Pino Rauti.
Γνωστός δημοσιογράφος δημοκρατικών απόψεων με πόνο ψυχής ... αναφέρει χαρακτηριστικά:
«Θυμάμαι ότι μόλις έφτασαν στην Ηγουμενίτσα από το
Μπρίντιζι οι νεοφασίστες άνοιξαν αμέσως τις σημαίες τους με τα Φασιστικά σήματα
και τις Σβάστικες και επιβιβάστηκαν σε δύο πούλμαν».
Η πρωτοβουλία αυτή δεν
κατέληξε κάπου λόγω αντίδρασης των ΗΠΑ που καθοδηγούσαν έμμεσα την ηγεσία του καθεστώτος
και δεν ήθελαν σε καμιά περίπτωση η δικτατορία να εξελιχθεί σε κάτι διαφορετικό και ίσως επικίνδυνο για τα συμφέροντα τους, πλην μιας μελλοντικής αφετηρίας για τη αναζωογόνηση της εξουσιαστικής κλίκας
που διαφεντεύει μέχρι και σήμερα τον τόπο.
Ο ίδιος ο Σταθόπουλος σε μια συνέντευξη του αναφέρει:
«Την 21η Απριλίου την πιστέψαμε (…) σαν μια πραγματική εθνικιστική Επανάσταση,
που πυροδότησε την επαναστατικότητα μας και γιγάντωσε τον εθνικιστικό μας
αγώνα, με αποτέλεσμα την συγκρότηση του ΕΣΕΣΙ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι
υπήρξε κάποια στήριξη στον αγώνα μας από Ελλάδα.
Αντίθετα μάλιστα, με την
γιγάντωση του κινήματος μας, αντιμετωπίσαμε βρώμικο και ανοιχτό πόλεμο από την
πρεσβεία μας και τα προξενεία!».
Μεγάλης κυκλοφορίας ευρωπαϊκά περιοδικά της
εποχής, μεταξύ τους τα «Espresso», «Panorama», «Europeo» αλλά και το Μαρξιστικό
«Manifesto», συμπεριλαμβάνουν τον Ε.Σ.Ε.Σ.Ι. μεταξύ των τριών μεγαλυτέρων
επαναστατικών κινημάτων της εξεγέρσεως του 1968, ώστε η εθνικίστρια
δημοσιογράφος Gianna Preda να γράφει και να προτείνει να γίνει η Ελλάδα η
«Κούβα» του Εθνικισμού.
Ο Σταθόπουλος κατηγορήθηκε μαζί με άλλα εκατό περίπου
στελέχη του Ε.Σ.Ε.Σ.Ι. για τη σφαγή της Τράπεζας Εργασίας στο Μιλάνο, μια
βομβιστική τρομοκρατική επίθεση, στην οποία υπήρξαν ογδόντα νεκροί και έκτοτε
παραμένει δικαστικά ανεξιχνίαστη, ότι ενήργησε δήθεν στα πλαίσιο ενός
«...σχεδίου αποσταθεροποιήσεως της Ιταλικής Δημοκρατίας για την επιβολή
δικτατορίας».
Με τη δημιουργία και τη δράση του Ε.Σ.Ε.Σ.Ι. και χάρη στους
δεσμούς που είχε αναπτύξει με το νεοφασιστικό M.S.I. κατάφερε να δημιουργήσει
στην Ιταλία μια φιλελληνική πολιτική παράταξη, τόσο με το M.S.I. όσο και με τις
μετέπειτα ριζοσπαστικές διασπάσεις του, με θέσεις σχεδόν ταυτόσημες με τις
ελληνικές.
Είναι χαρακτηριστικό ότι την εποχή της Τουρκικής εισβολής στην Κύπρο
το 1974, δεκάδες μέλη της εθνικιστικής εξωκοινοβουλευτικής οργάνωσης Ordine Nuovo, ζήτησαν
να καταταγούν ως εθελοντές στον Ελληνικό Στρατό για να πολεμήσουν στο μέτωπο
της Κύπρου ή όπου υπήρχε ανάλογη ανάγκη.
Η «Αυριανή» αφιέρωσε ολόκληρη σελίδα και
πολύ κολακευτικά λόγια για τους πρωταγωνιστές του φοιτητικού Ε.Σ.Ε.Σ.Ι. εντυπωσιασμένοι από
την ριζοσπαστική σκέψη και δράση των εθνικοεπαναστατών.
Το 1968 στη Νάπολη, κατά την
διάρκεια του πρώτου πανευρωπαϊκού συνεδρίου του συνδέσμου, ο Σπύρος Σταθόπουλος έπεσε
θύμα δολοφονικής απόπειρας και νοσηλεύτηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα στο
νοσοκομείο.
Τον Ιανουάριο του 1976 ο Σύλλογος Ελλήνων Σπουδαστών Νάπολης,
πραγματοποίησε πολυήμερη Γενική Συνέλευση, τη «Γενική Συνέλευση
Αποχουντοποίησης» όπως ονομάστηκε, η οποία προχώρησε στη δημοσιοποίηση των
ονομάτων των «νεοφασιστών» και τη διαγραφή τους από τα μητρώα του, μεταξύ τους
και ο Σπύρος Σταθόπουλος.
Το 1975 ίδρυσε μαζί με συναγωνιστές τον Πατριωτικό
Σύνδεσμο Αθηνών «Ιωάννης Καποδίστριας», ενώ το 1977 συντάχθηκε με το κόμμα
«Εθνική Παράταξις» και ήταν ένας από τους οργανωτές του στο Αγρίνιο.
Στην
κίνηση της νεολαίας του κόμματος ακολούθησε την ομάδα του Θόδωρου Περρωτή και
αποχώρησε από την Εθνική Παράταξη, ενώ στη συνέχεια συνεργάστηκε με την ομάδα
«Κίνημα» και πήρε μέρος στην ίδρυση του ΕΝ.Ε.Κ., καθώς και μετέπειτα διαφόρων εθνικιστικών πολιτικών
σχηματισμών χωρίς ποτέ να φοβηθεί να διαφωνήσει με τις λάθος επιλογές προσώπων που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο.
Μετά τη συνταξιοδότηση του ο Σταθόπουλος έζησε για αρκετά χρόνια
στην Αθήνα και συνέχισε να προσφέρει το σύνολο των πνευματικών και σωματικών
του δυνάμεων στην υπόθεση του Εθνικισμού.
Συνεργαζόταν με τις εκδόσεις «Λόγχη»
δημοσιεύοντας πολιτικά και ιδεολογικά άρθρα στην εφημερίδα «Ελεύθερος Κόσμος»
καθώς και με το διαδικτυακό ραδιόφωνο της εφημερίδας, τότε «Axis Radio».
Παράλληλα συμμετείχε σε εκδηλώσεις των εκδόσεων, με ομιλίες και παρουσιάσεις
βιβλίων, όπως για τον Μάρτυρα Μίκη Μάντακα και τον Ιταλό φιλόσοφο Ιούλιο Έβολα.
Για τον Μίκη Μάντακα έγραψε το ’87:
«Δώδεκα
χρόνια από τον αγωνιστικά και θυσιαστικά ζηλεμένο θάνατο του Παλληκαριού.
Δώδεκα
χρόνια κι είναι χθες για μας τους συναγωνιστές και φίλους του.
Χθες και πλάι
μας, όπως συχνά - πυκνά συνέβαινε τα χρόνια κείνα τα μαχητικά.
Όπως μπορούσε να
‘ταν οποιοσδήποτε από μας, αφού συχνά - πυκνά και παντού, τότε, στη φλεγόμενη
Ιταλία, από την κτηνωδία κι άγρια για αίμα δίψα των "Ερυθρών
Ταξιαρχιών", των "Ένοπλων Προλεταριακών Πυρήνων", των
"ΑλβανοΜαοικών" και των … δικών μας" αντιστασιακών" στη
Νάπολη, στη Ρώμη, στη Μοντένα, στην Πίζα και παντού.
Περνώντας από φωτιά και
σίδερο γεμίζαμε, παιδιά της ελληνικής "LEGAS", (Φοιτητικών
Εθνικιστικών Συνδέσμων) νοσοκομεία, κλούβες και φυλακές, προσφέροντας έτσι την
συμμετοχή και τον φόρο αίματος στην Ιδέα και στον Αγώνα του Ευρωπαϊκού
Εθνικισμού».
Πέθανε στις 2 Δεκεμβρίου 2012, αργά το απόγευμα, περπατώντας στους
δρόμους της γενέθλιας πόλης, από ανακοπή καρδιάς που προήλθε από οξύ έμφραγμα
του μυοκαρδίου.
«Κανείς δεν ρισκάρει ποτέ τη ζωή του για ένα υλικό
αγαθό. Τα υλικά αγαθά, όντας συγκρίσιμα μεταξύ τους, τοποθετούνται πάντα κάτω
από το ανώτερο αγαθό που είναι η Ζωή.
Η στιγμή που ένας άνθρωπος ρισκάρει μια
άνετη ζωή ή οικονομικά πλεονεκτήματα είναι όταν νιώθει να τον γεμίζει ένας
μυστικιστικός ενθουσιασμός για τη θρησκεία, την πατρίδα ή την τιμή, ή από μια
νέα αίσθηση της κοινωνίας στην οποία ζει»
«Το φιλελεύθερο κράτος μας προσέφερε οικονομική
δουλεία, λέγοντας στους εργάτες με τραγικό σαρκασμό:
«Είστε ελεύθεροι να
εργάζεστε όπως θέλετε. Κανείς δεν μπορεί να σας αναγκάσει να αποδεχτείτε αυτόν
ή τον άλλον όρο. Αλλά επειδή είμαστε πλούσιοι, σας προσφέρουμε τις συνθήκες
στις οποίες πιστεύουμε. Εσείς οι ελεύθεροι πολίτες, αν δεν τις θέλετε, δεν
είστε υποχρεωμένοι να τις αποδεχτείτε. Αλλά εσείς, οι φτωχοί πολίτες, αν δεν
αποδεχτείτε τις συνθήκες που επιβάλλουμε, θα λιμοκτονήσετε, οπλισμένοι με την απόλυτη
φιλελεύθερη αξιοπρέπεια».
Έτσι, σε χώρες όπου έχουν ιδρυθεί τα πιο λαμπρά
κοινοβούλια και οι πιο ολοκληρωμένοι δημοκρατικοί θεσμοί, αρκεί να
μετακινηθείτε μερικές εκατοντάδες μέτρα από τις πολυτελείς γειτονιές για να
βρεθείτε σε βρώμικες φτωχογειτονιές, όπου οι εργάτες και οι οικογένειες τους
ζουν συνωστισμένοι σε ένα απάνθρωπο περιβάλλον.
Από όλα αυτά γεννήθηκε ο
σοσιαλισμός και δικαίως (δεν κρύβουμε καμία αλήθεια).
Οι εργάτες έπρεπε να
αμυνθούν ενάντια σε ένα σύστημα που προσέφερε μόνο υποσχέσεις δικαιωμάτων, αλλά
έδινε ελάχιστη προσοχή στο να τους παρέχει μια δίκαιη ζωή.
Ο σοσιαλισμός, μια
θεμιτή αντίδραση στη φιλελεύθερη δουλεία, κατέληξε να ξεστρατίσει, επειδή
αρχικά στράφηκε σε μια υλιστική ερμηνεία της ζωής και της ιστορίας, έπειτα σε
ένα αίσθημα αντιποίνων και τέλος στις διακηρύξεις του δόγματος της ταξικής
πάλης.
Και για αυτό πρέπει να απομαρξιστοποιήσουμε τον σοσιαλισμό».
Jose Antonio Primo deRivera - Ομιλία που εκφωνήθηκε στο
θέατρο "La Commedia" στη Μαδρίτη, 29 Οκτωβρίου 1933
«Το όνειρο μου είναι εκείνο της πατρίδας, του ψωμιού
και της δικαιοσύνης για όλους τους Ισπανούς, αλλά ιδιαίτερα για εκείνους που
δεν μπορούν να συμφιλιωθούν με την πατρίδα γιατί τους λείπει το ψωμί και η
δικαιοσύνη»
«Φωτογραφίες από την συγκέντρωση τιμής και μνήμης της 1ης
Νοεμβρίου 2025 για την συμπλήρωση 12 ετών, από την δολοφονία δύο νέων Ελλήνων
εθνικιστών, του Γιώργου Φουντούλη και του Μανώλη Καπελώνη.
Αντιπροσωπεία της
DEFEND KATERINI καθώς και εκατοντάδες εθνικιστές παρευρέθηκαν στη μεγαλειώδη
συγκέντρωση.
Πέρασαν 12 χρόνια απόλυτης σιωπής και συγκάλυψης.
Όμως οι
εθνικιστές δεν ξεχνάνε και φωνάζουν με μια φωνή Γιώργος Φουντούλης και Μανώλης
Καπελώνης: ΑΘΑΝΑΤΟΙ!»
Βίντεο από την πορεία τιμής και μνήμης 01.11.2925
700 Αυτόνομοι συναγωνιστές και συναγωνίστριες έδωσαν το παρών
«Το Σαββατοκύριακο που πέρασε οι ακτιβιστές μας
παρακολούθησαν μια εκδήλωση μνήμης στην Αθήνα, Ελλάδα για τους δύο νεαρούς
εθνικιστές από την «Χρυσή Αυγή».
Πέρασαν κιόλας 12 χρόνια από τότε που οι Μάνος
Καπελώνης και Γιώργος Φουντούλης σκοτώθηκαν από αριστερούς εξτρεμιστές στο δρόμο
μπροστά από τα κεντρικά γραφεία του κόμματος. Ο δολοφόνος τους δεν πιάστηκε
ποτέ.
Περισσότεροι από 500 Έλληνες εθνικιστές αλλά και ξένες αντιπροσωπείες από
Γερμανία, Σερβία, Ιταλία και Φινλανδία συγκεντρώθηκαν στον τόπο της δολοφονίας
το Σάββατο, ενώ μετά από λειτουργία και σύντομη ομιλία, πορεύτηκαν προς το
νεκροταφείο, όπου αναπαύονται οι ήρωες που πέσανε για να υποβάλλουν τα σέβη
τους.
Ευχαριστούμε τους Έλληνες εθνικιστές για την θερμή υποδοχή της
αντιπροσωπείας μας.
Η μνήμη δύο πεσόντων πολεμιστών ζει! Εθνικιστές, θυμηθείτε
τους ήρωες σας!»
«Σύντροφοι, κι αν οι άνθρωποι σας ξεχάσουν, κι αν εμείς οι
ίδιοι σας ξεχάσουμε, εσείς το ξέρετε ήδη πολύ καλά: στις νήσους των μακάρων,
στους ουράνιους τόπους, δεν χωράει η λησμονιά»
''Ανάμεσα στους σταυρούς σειρά με σειρά,
την δική μας θέση έτσι θυμίζουν.
Κορυδαλλοί θαρραλέα πετώντας,
αψηφούν των όπλων την κλαγγή
σπάνια κελαϊδίσματα τραγουδώντας.
Είμαστε οι νεκροί.
Πριν λίγες ημέρες ζήσαμε, νοιώσαμε την αυγή
και είδαμε την ομορφιά της δύσης.
Αγαπήσαμε και αγαπηθήκαμε
και τώρα κειτόμαστε εδώ, στις πεδιάδες της Θυσίας.
Κράτα αυτό που έμεινε από την μάχη μας με τον εχθρό.
Σε σένα τα αδύναμα πια χέρια μaς παραδίδουν τον πυρσό.
«Την 1η Νοεμβρίου 2013, η Αθήνα έχασε δύο νέους άντρες ,τον
Μανώλη Καπελώνη και τον Γιώργο Φουντούλη. Ο Μανώλης και ο Γιώργος σκοτώθηκαν
από τη σφαίρα ενός κομμουνιστή τρομοκράτη.
Το μόνο τους «έγκλημα» ήταν η
ανιδιοτελής αγάπη τους για την πατρίδα και τον λαό τους. Κανείς δεν έχει
λογοδοτήσει για τη δολοφονία τους μέχρι σήμερα, επειδή το σύστημα δεν θέλησε να
ερευνήσει την υπόθεση και να τιμωρήσει τους ενόχους.
Η αδιαφορία του συστήματος
είχε προηγηθεί πολύ πριν, καθώς και άλλες επιθέσεις εναντίον εθνικιστών είχαν
περάσει απαρατήρητες. Θυμόμαστε καλά την αιματηρή ιστορία της κομμουνιστικής
ιδεολογίας εκατομμύρια αθώα θύματα στην
Ευρώπη και στον υπόλοιπο κόσμο.
Παρά αυτό το τρομακτικό παρελθόν, ακόμη και
σήμερα τα επίμονα φαντάσματα του μαρξισμού συνεχίζουν να πιστεύουν πως η
ιδεολογία τους βρίσκεται πάνω από την ανθρώπινη ζωή.
Σε εποχές διαφθοράς, οι
φλογεροί πατριώτες αντιμετωπίζουν αδικία και διωγμούς από παντού η ιστορία του
Μανώλη και του Γιώργου είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Η Γεωργία θυμάται
τους πατριώτες που πέθαναν για τις ιδέες τους - τον Μανώλη Καπελώνη και τον
Γιώργο Φουντούλη!»
H Αλβανική ομάδα Pura Odium έστειλε το δικό της μήνυμα
συμπαράστασης και μνήμης στους δύο νεκρούς με μια δημοσίευση και ένα
σύνθημα στα Τίρανα.
«Στη μνήμη των Γιώργου Φουντούλη και Μάνου Καπελώνη. Σαν
σήμερα το 2013 σκοτώθηκαν από αντιφασίστες τρομοκράτες. Στεκόμαστε στο πλευρό
των Ελλήνων αδελφών μας, πέρα από τις διαφορές μας και τις προηγούμενες
συγκρούσεις, ενάντια στην κόκκινη πανώλη. Victoria Europa!»
«Σε μια φρικτή και τρομοκρατική επίθεση που διαπράχθηκε
από κομμουνιστές μηδενιστές, δύο νέοι Έλληνες, ο Μάνος Καπελώνης και ο Γιώργος
Φουντούλης, σκοτώθηκαν την 1η Νοεμβρίου 2013.
Λόγω της συμμετοχής
τους στην οργάνωση «Χρυσή Αυγή», λόγω των ιδανικών τους, του εθνικισμού, της
ελευθερίας και της πίστης τους, δολοφονήθηκαν άνανδρα μπροστά στα γραφεία τους.
Η Ευρώπη δεν ξεχνά τους ήρωες της, όσος καιρός κι αν περάσει, δόξα σε αυτούς! Είναι
μαζί μας!»