Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

«Η Εθνικιστική Επανάσταση», του Ernst Jünger (https://samuraithsdyshs.wordpress.com/)

 

 Συνεχίζω με κείμενα του αγαπημένου συγγραφέα, στοχαστή και φιλόσοφου του ιστολογίου, τον μεγάλο αυτό Γερμανό, που με τα έργα του, μέσα σε σχεδόν 100 χρόνια ανέλυσε με τον μοναδικό του τρόπο την νίκη της παρακμής, ενάντια στην παράδοση. 

Μας ενημέρωσε, προειδοποίησε και φιλοσόφησε για την ωμή νεωτερικότητα, με έναν τρόπο μη ορθολογικό, που εναντιωνόταν στο «πολιτικό ορθό» καθεστώς που μας κυβερνά. 

Θα συνεχίσω να φέρνω στα ελληνικά, τον πλούτο των κειμένων του αλλά και σε χαρτί, με βιβλία, που ήδη κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Λόγχη», ενώ αναμένεται ακόμη ένα τις επόμενες μέρες. 

Καλή συνέχεια.

“Η Εθνικιστική Επανάσταση”, του Ernst Jünger, στην εφημερίδα «Standarte», 20 Μαΐου 1926

για να διαβάσετε ολόκληρο το άρθρο εδώ ...

Ο Αριστοτέλης για το φαινόμενο της τοκογλυφίας (https://mavreslegeones.blogspot.com/)

 

 του Μυρμιδόνα

Ο σκοπός (ή τέλος) στην αριστοτελική φιλοσοφία είναι το παν και αυτό αναδεικνύεται κυρίως στο έργο Πολιτικά. Κάθε άνθρωπος, πράξη ή ακόμη και πράγμα οφείλουν να εκπληρώνουν τον σκοπό, ο οποίος τους έχει ανατεθεί. 

Η δε εκπλήρωση του σκοπού αυτού ως τελική αιτία του κάθε υποκειμένου ή αντικειμένου αποτελεί μία άριστη πράξη. Με άλλα λόγια, κατά τον Αριστοτέλη, τίποτα δεν δημιουργήθηκε, ούτε πρέπει να δημιουργείται  μάταια και τίποτα δεν τίθεται προς εξυπηρέτηση εντελώς διαφορετικού σκοπού από τον προκαθορισμένο, ο οποίος ανατίθεται από την ίδια την φύση.

Αυτό ισχύει, όπως ήδη αναφέρθηκε, και στην περίπτωση των αντικειμένων, καθώς ο Αριστοτέλης ισχυρίζεται ότι ακόμη και ένα απλό υπόδημα πρέπει είτε να χρησιμοποιηθεί από κάποιον, διότι αυτή η ιδιότητά του είναι εγγενής προς το ίδιο ή έστω να πωληθεί σε κάποιον άλλον, ο οποίος το έχει ανάγκη, κατόπιν καταβολής εντός αντιτίμου, εφόσον πρόκειται για μία σύμβαση πώλησης και όχι απλής δωρεάς. 

Ειρήσθω εν παρόδω, εδώ ο Σταγειρίτης φιλόσοφος αναπτύσσει μία πρώιμη μορφή της θεωρίας της εργασίας και κατ’ επέκταση παρουσιάζει την αιτία γενέσεως του χρήματος πολύ πριν τον John Locke. 

Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Αριστοτέλης, το νόμισμα διευκόλυνε τις συναλλαγές προς αποφυγήν της μεταφοράς των ίδιων των εξαγώγιμων αγαθών κατά την παραλαβή των εισαγόμενων ξένων. Ουσιαστικά δηλαδή το χρηματικό αντίτιμο δημιουργήθηκε για τις συναλλαγές με ξένους, αλλά επεκτάθηκε και στις εγχώριες για να επιταχύνει τις αγοραπωλησίες αποθηκεύοντας μία αξία στο ίδιο το συνάλλαγμα. 

Αρχικά, η αξία ενός νομίσματος βασιζόταν στο μέγεθος και στο βάρος, τελικά όμως απέκτησε ένα εγχάρακτο γνώρισμα, το οποίο απετέλεσε ένδειξη της ποσότητάς του. Ήδη εδώ ο Αριστοτέλης παρουσιάζει την χρήση του χρήματος ως μία σχεδόν λύση ανάγκης προς αποφυγή υπερσυσσώρευσης άχρηστων αγαθών σε έναν ιδιοκτήτη, ο οποίος δεν τα χρειάζεται

για να διαβάσετε ολόκληρο το άρθρο εδώ ...

30 Νοεμβρίου 1938: η δολοφονία του Κορνήλιου Κοντρεάνου, Capitan της Λεγεώνας του Αρχαγγέλου Μιχαήλ και της Σιδηράς Φρουράς (του Κωνσταντίνου Τσοπάνη, Δρ του Πανεπιστημίου του Βουκουρεστίου)

 


του Κωνσταντίνου Τσοπάνη

Δρ του Πανεπιστημίου του Βουκουρεστίου

Τότε λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς, Πάντες ὑμεῖς σκανδαλισθήσεσθε ἐν ἐμοὶ ἐν τῇ νυκτὶ ταύτῃ, γέγραπται γάρ, Πατάξω τὸν ποιμένα, καὶ διασκορπισθήσονται τὰ πρόβατα τῆς ποίμνης·  (Ματθ., ΚΣΤ, 30)

Τη νύχτα της 29ης προς 30η Νοεμβρίου του 1938, με διαταγή του βασιλέως Καρόλου Β΄, η αστυνομία δολοφονεί τον Capitan Codreanu μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της λεγεωναρικής φωλέας της οποίας ηγείτο. 

Αφού τους στραγγάλισαν, μετά τους έδωσαν και τη χαριστική βολή κι έτσι το καθεστώς νόμισε πως απαλλάχθηκε μια για πάντα από εκείνον από τον οποίον κινδύνευε περισσότερο. 

Σε όλα τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως όπου κρατούντο κατά χιλιάδες οι Λεγεωνάριοι, τα μεγάφωνα διέδωσαν μέσα στη νύχτα ότι «ο Capitan απεπειράθη να αποδράσει και σκοτώθηκε κατά την απόπειρα». 

«Την αρχική παγωμένη σιωπή διαδέχθηκε ένας θρήνος που σαν χείμαρρος υδάτινος ξεπήδησε από τα στήθη χιλιάδων ανδρών που κρατούντο στη Miercurea Ciuc.

Οι Λεγεωνάριοι λύγισαν για πρώτη φορά, άντρες που είχαν αντέξει τα πιο σκληρά βασανιστήρια, τώρα είχαν πέσει στα γόνατα κι έκλαιγαν με λυγμούς τον Capitan, κι ήταν σαν η νύχτα να θρηνούσε γοερά, με οιμωγές τον Capitan Codreanu.» 

Έτσι αφηγείται ο πολύς Mircea Eliade, έγκλειστος κι ο ίδιος στο στρατόπεδο, τη διάδοση του νέου της δολοφονίας του Capitan Codreanu.  O Capitan ήταν νεκρός. «Λοιπόν, από εδώ και πέρα η χώρα θα διοικείται από έναν νεκρό.» έγραψε πολύ αποφασιστικά ο μεγάλος Ρουμάνος φιλόσοφος και λεγεωνάριος Emil Cioran. Και συμπλήρωσε: «Πως θα μπορούσε να είναι νεκρός ο Capitan, εκείνος που μας μιλούσε διαρκώς για την Ανάσταση;»

Ο Capitan Codreanu είναι ζωντανός στις ψυχές των Ρουμάνων. Η διάφανη παρουσία του επιστρέφει με κάθε φύσημα ανέμου πάνω από τους κάμπους της Βλαχίας και τις βουνοκορφές της Μολδαβίας και της Τρανσυλβανίας. 

Η ύπαρξη του η ίδια ήταν ένα κομμάτι των δασών, των βουνών, των καταιγίδων των χιονισμένων κορυφών της οροσειράς των Καρπαθίων, των λιμνών και των ποταμών της χώρας. «Στάθηκε σιωπηλός, στη μέση του πλήθους. 

Ήταν ένας άνδρας ψηλός, με μια σκοτεινή ομορφιά, ντυμένος με τη λευκή εθνική στολή, καβάλα σε ένα ολόλευκο άλογο. Στάθηκε διπλά μου, κι εγώ δεν μπόρεσα να διακρίνω τίποτε κακό ή τερατώδες σε αυτόν. Αντιθέτως. 

Το χαμόγελο του, ειλικρινές, ακτινοβόλησε επάνω στο φτωχό πλήθος, κι αυτός φάνηκε να γίνεται ένα με εκείνο, αλλά και κατά έναν μυστηριώδη τρόπο, έμοιαζε να είναι εκτός αυτού του κόσμου. Το χάρισμα δεν είναι η κατάλληλη λέξη για να οριστεί αυτή η παράξενη δύναμις που εκπήγαζε από εκείνον τον άνθρωπο. 

Μια γιαγιά δίπλα μου έσφιξε το μαντήλι στο κεφάλι της και σταυροκοπήθηκε ευλαβικά. «Ο Αγγελιαφόρος του Αρχαγγέλου Μιχαήλ!» μου ψιθύρισε δείχνοντάς τον και τότε η καμπάνα της μικρής εκκλησίας άρχισε να κτυπά, και η θρησκευτική τελετή η οποία προηγείτο όλων των λεγεωναρικών συγκεντρώσεων, ξεκίνησε. 

Η βαθειά εντύπωση που δημιουργείται στην ψυχή ενός παιδιού πεθαίνει δύσκολα. Για πάνω από ένα τέταρτο του αιώνος δεν ξέχασα ποτέ τη συνάντηση με τον Corneliu Zelea Codreanu.» Έτσι περιγράφει τη συνάντηση του με τον Capitan σε ένα χωριό στα όρη Apuseni, σε ηλικία μόλις οκτώ ετών, ο Miklós Nagy, ένας Εβραίος από την Τρανσυλβανία.

Επιμελώς ατημέλητος, πολύ μορφωμένος, με χαρισματική εμφάνιση και ρητορική ευφράδεια λόγου, με σαγηνευτική παρουσία και βαθειά πίστη στα όσα πρέσβευε, ο νεαρός δικηγόρος και Εθνικιστής ιδεολόγος Corneliu Codreanu, ο Capitan της Λεγεώνας του Αρχαγγέλου Μιχαήλ και της Σιδηράς Φρουράς, έμελλε να βρει μαρτυρικό τέλος, πιστός στα ιδανικά του και να ταυτίσει το πρόσωπο του με τον αγώνα για δικαιοσύνη και αναγέννηση της πατρίδος. 

Χριστιανός ασκητής, διανοούμενος και πολεμιστής, συνδύαζε επάνω του στοιχεία ιδεολόγου, μεσαιωνικού Σταυροφόρου και δον Κιχώτη που παλεύει κόντρα σε ανεμόμυλους «κι ας ξέρει πως στο τέλος ο Εφιάλτης θα φανεί κι οι Μήδοι επιτέλους θα διαβούνε», όπως θα έλεγε ο ποιητής. 

Κι ήταν αυτά τα στοιχεία κι αυτός ο ρομαντισμός του απόλυτου αγώνα του, μαζί με την ακλόνητη πίστη στη μεταφυσική αποστολή του, που έκαναν τον  Capitan, δολοφονημένο με κυβερνητική εντολή, να περάσει στην Ιστορία και να νικήσει στον μύθο.

Ιδού με δυό λόγια, με δυό πινελιές, η μορφή του Corneliu Zelea Codreanu, του χαρισματικού ηγέτη του Ρουμανικού Εθνικισμού.




Αφιερωμένη η δημοσίευση αυτή στην Es K

Μνήμη Yukio Mishima

του Ωρίωνος 

«Ο Mishima πήρε ένα από αυτά [ένα σπαθί] και μου έδειξε τη διαδικασία του χαρακίρι … Μετά είπε ότι θα μου δείξει πώς ένας Σαμουράι συνήθιζε να βοηθάει έναν φίλο του να κάνει χαρακίρι. 

Μου είπε να γονατίσω στο χαλί. Μπορούσα να νιώσω την κοφτερή άκρη του σπαθιού να αγγίζει σχεδόν το πίσω μέρος του λαιμού μου.

”Ήμουν τρομοκρατημένος”», έγραψε γι’ αυτόν ο φίλος του Philip Shabecoff.

Στις 25 Νοεμβρίου του 1970, ο μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας, ηθοποιός και πιστός στον «τρόπο των Σαμουράι» Yukio Mishima στάθηκε σε ένα μπαλκόνι μπροστά σε περίπου χίλιους στρατιωτικούς της διοίκησης του Ανατολικού Στρατηγείου των Χερσαίων Δυνάμεων Αυτοάμυνας της Ιαπωνίας στο Τόκιο. 

Στη συνέχεια τους προέτρεψε να εξεγερθούν ενάντια στο μεταπολεμικό Σύνταγμα της Ιαπωνίας, το οποίο απαγορεύει στη χώρα να έχει στρατό και απαγορεύει τον πόλεμο. 

Στη συνέχεια επέστρεψε στο δωμάτιο όπου ο ίδιος και τέσσερις οπαδοί του είχαν οχυρωθεί και προχώρησε σε χαρακίρι – την τελετουργική ιαπωνική αυτοκτονία. 

Αυτό περιλάμβανε την εισχώρηση ενός κοφτερού ιαπωνικού σπαθιού στο στομάχι του και στη συνέχεια την αποκοπή του κεφαλιού του από έναν φίλο του που τον περίμενε. 

Την ημέρα του θανάτου του ο Mishima είχε παραδώσει στους εκδότες του τις τελευταίες σελίδες του Tennin Gosui (Η θάλασσα της Γονιμότητας), του απολογισμού του συγγραφέα για την Ιαπωνική εμπειρία του εικοστού αιώνα.

Ο Mishima μιλούσε όλο και περισσότερο για τις κενές, υλιστικές αξίες της μεταπολεμικής Ιαπωνικής κοινωνίας και για την ανάγκη να προωθηθεί η πειθαρχία και οι αρχές της Μεσαιωνικής Ιαπωνίας. 

Πίστευε ότι ένας τρόπος για να επανέλθουν τα παραδοσιακά ιδεώδη ήταν να αποκατασταθεί η θεϊκή υπόσταση του Αυτοκράτορα, κι ένας άλλος ήταν να ακολουθηθεί το Bushido (ο τρόπος των Σαμουράι. 

Αν και ισχυριζόταν ότι δεν ήταν μιλιταριστής, καθώς όπως συχνά έλεγε «… οι περισσότεροι ξένοι μπερδεύουν τον μιλιταρισμό με το πνεύμα των Σαμουράι»

Ο Mishima μιλούσε όλο και περισσότερο για τον θάνατο και θρηνούσε για την απουσία «μεγάλων αιτιών» για να πεθάνει κανείς στη σύγχρονη εποχή. 

Σε συνέντευξή του το 1970, περιέγραψε την αντίληψη των Σαμουράι για την αυτοκτονία ως «γενναίο χαρακίρι», σε αντίθεση με τη δυτική άποψη για την αυτοκτονία ως «ηττοπαθή».

 «Αυτές οι ηρωικές ψυχές, που φλέγονται μέσα στα κίτρινα κορμιά, έχουν μια ανησυχητική γοητεία. 

Εδώ νιώθεις πως βρίσκεσαι μακριά από το φωνακλάδικο χωριό, την Ευρώπη, και πως υπάρχει, πέρα από τη λευκή φυλή, ένας άλλος κόσμος, βαθύτερος και πιο επικίνδυνος, γιατί έχει περισσότερη δύναμη και χάρη. 

Περισσότερη ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Ασκητές ή πολεμιστές, αυτοί οι κίτρινοι αντιμετωπίζουν τη ζωή σαν ένα πεδίο τιμής. 

Σαν ένα πολεμικό κατόρθωμα. 

Εξουσίαζε το κορμί και την ψυχή σου, γύμναζε τη θέλησή σου! 

Το ανώτατο αγαθό δεν είναι η ζωή, παρά το καθήκον και η τιμή.

Οι μικρόσωμοι τούτοι Γιαπωνέζοι  έχουν ένα σκοπό ανήλεο και σταθερό: 

να δημιουργήσουν ένα νέο ανθρώπινο τύπο που να μη φοβάται το θάνατο, αλλά που να διψάει το θάνατο σαν το υπέρτατο καθήκον της ζωής. 

Ένας Γιαπωνέζος Στρατηγός κήρυσσε στα στρατεύματά του στο Ρωσοϊαπωνικό πόλεμο: 

"Δε σας στέλνω σε αβέβαιο, παρά σε βέβαιο θάνατο". 

Κι έτσι έδινε καρδιά στους στρατιώτες του.

"Το σπαθί είναι η υλοποιημένη μορφή της γιαπωνέζικης ψυχής", έλεγε μια μέρα ο Τόγκο, ο μεγάλος ναύαρχος, στον πρόεδρο Ρούσβελτ. Γιαπωνέζικο ατσάλι, που λυγίζει χωρίς να σπάζει. Λυγεράδα, αντοχή, σκληρότητα, άφραστο χαμόγελο»

Νίκος Καζαντζάκης - Ο Βραχόκηπος

Alessandro Pavolini: Ο τελευταίος ένοπλος ποιητής (https://theostyghskompania.blogspot.com/)

 

Μια εισαγωγή για το βιβλίο "L’ultimo poeta armato" του Massimiliano Soldani

Ο μύθος, από τα πιο αρχαία χρόνια, κρύβει μέσα του μια πρωταρχική και μυστηριώδη δύναμη. Ο μύθος, μέσω συμβόλων και εικόνων, μας μιλά - τεχνικά μάς «αφηγείται» - μας καλεί σε δράση, σε πίστη σ’ ένα αρχέτυπο. Στην περίπτωση του Alessandro Pavolini, η πίστη στο φασισμό. 

Η τέλεια και συμμετρική ταύτιση του γραμματέα του Partito Nazionale Fascista με τον αρχέτυπο μύθο του (τον φασισμό του Sansepolcro, τον αυθεντικό squadristismo των απαρχών) ήταν αυτό που κατέστησε και τον ίδιο μύθο. 

«Μια Ιδέα ζει στην πληρότητα της και δοκιμάζεται στο βάθος της όταν ο θάνατος για χάρη της δεν είναι μεταφορικός όρκος, αλλά καθημερινή πράξη»: έτσι εξέφρασε ο Alessandro Pavolini, με τραγικά συγκινητική πρόζα, την ουσία του φασιστικού ιδανικού, της αταλάντευτης πίστης στο φασισμό, που δεν ήταν τίποτε άλλο από πίστη στον ίδιο τον εαυτό, στην ίδια του τη μοίρα, που ελεύθερα είχε επιλέξει.

Χωρίς να χρειάζεται να επιστρατεύσουμε τον Sorel, είναι πολύ εύκολο να διαπιστώσουμε ότι, ειδικά στη σύγχρονη εποχή, η συμμόρφωση σ’ έναν μύθο, σε μια εικόνα του εαυτού και της κοινότητας, είναι μια κατεξοχήν επαναστατική πράξη. 

Κι αυτό διότι, στη «ρευστή κοινωνία» και στο πλήρως πραγματοποιημένο μηδενισμό, γύρω μας γίνεται αισθητή μια υποδόρια άρνηση απέναντι σε ό,τι είναι Μορφή, σε ό,τι είναι δομημένο, που είναι γλυπτική του εαυτού, που έχει χτιστεί με αυταπάρνηση και μέσα από την καταστροφή του εγωιστικού και μικροαστικού «εγώ» μια άρνηση απέναντι σε ό,τι είναι όμορφο γιατί αυθεντικό, που είναι συγκλονιστικό επειδή, εν τέλει, είναι τρομακτικά αληθινό.

Ακριβώς για αυτόν τον λόγο, δηλαδή για να εξορκίσει την ηλιακή ομορφιά του ενσαρκωμένου και βιωμένου μύθου, η λέξη - κλειδί του ζηλόφθονου αστού έγινε «απομυθοποίηση». Κάτι εντελώς διαφορετικό από την απομυστικοποίηση, η οποία δεν είναι τίποτα άλλο από την αποκάλυψη ενός τεχνητού ψεύδους. 

Όχι, η απομυθοποίηση είναι μια διαδικασία πολύ πιο λεπτή και κατάφωρα δειλή. Συνίσταται, στην τελική, στη συκοφάντηση της αυθεντικότητας, στην καταρράκωση του μεγαλείου και των υψηλότερων κορυφών της ύπαρξης στις αισχρές χαμέρπειες των νάνων ...

Το να είσαι πιστός στον μύθο σου είναι πράγματι το χειρότερο έγκλημα στα μάτια του πολιτικά ορθού αστού, ο οποίος δεν κάνει τίποτα άλλο από το να κηρύσσει τη σύνεση, την λιποταξία, τον πιο καθυστερημένο ατομικισμό. Γι’ αυτό και το αστραφτερό πνεύμα του Pavolini επιχειρήθηκε πολλές φορές να απομυθοποιηθεί. Μάταια όμως, γιατί το βασίλειο των αετών δεν θα μπορέσει ποτέ να είναι το κακαρίζον κοτέτσι τους.

Αλλά πώς μπορούσαν, άλλωστε, να συγχωρήσουν στον Pavolini τον δημιουργό των Littoriali, του Maggio Musicale Fiorentino, των Rassegne d’Arte, της Fiera del Libro, του Teatro Sperimentale dei Guf κ.ά. πώς να συγχωρήσουν σε αυτόν τον άνθρωπο της βαθιάς, εκλεπτυσμένης και ζωντανής κουλτούρας το ότι υπήρξε φασίστας; 

Και ακόμη περισσότερο: πώς να του συγχωρήσουν ότι ενσάρκωσε τόσο πιστά την φασιστική ιδέα ώστε να θυσιαστεί γι’ αυτήν, την ίδια ώρα που όλοι οι άλλοι πρόδιδαν, κρύβονταν, εκπορνεύονταν;

«Οι Brigate Nere πότε εμφανίστηκαν; Όταν οι άλλοι διαλύονταν κι εμείς συναθροιστήκαμε. Άλλοι αφαιρούσαν το διακριτικό και εμείς ξαναφορέσαμε τη μαύρη πουκαμίσα. Άλλοι προσπαθούσαν να ξεχαστούν κι εμείς θυμηθήκαμε. Θυμηθήκαμε τις υποσχέσεις που δώσαμε, τις πίστεις που ορκιστήκαμε, τους συντρόφους που χάσαμε. Εμείς θα θυμόμαστε πάντα». Ιδού, η πίστη στον μύθο και στο ιδανικό σου: αυτό δεν μπορούσαν με τίποτα να του το συγχωρήσουν οι φθονεροί και οι καιροσκόποι.

Σήμερα, η δεύτερη και εκτενώς εμπλουτισμένη έκδοση του L’ultimo poeta armato. Alessandro Pavolini segretario del Pfr (Seb, σελ. 436, €24) του Massimiliano Soldani, που κυκλοφόρησε πρόσφατα πάνω από μια δεκαετία μετά την πρώτη (1999), μας βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα τον μύθο του Alessandro Pavolini.

Το έργο του Soldani, εμπλουτισμένο μάλιστα με μια υπέροχη εισαγωγή του Gabriele Adinolfi, αποτελεί ένα εξαίρετο δείγμα επαρκούς και μη συμμορφωμένης ιστοριογραφίας, που αποφεύγει μια τυπική παγίδα στην οποία συχνά πέφτει ο ποικιλόμορφος χώρος του νεοφασισμού: τη μετατροπή του ιδρυτή των Brigate Nere σε ένα αγιογραφικό εικονίδιο. 

Να θυμόμαστε τον Pavolini μόνο ως τον ήρωα που αντιστέκεται μέχρι τέλους, μέχρι την τελευταία σφαίρα, είναι κι αυτός ένας τρόπος, δηλαδή, να αποδυναμώσουμε τη μορφή του. Γιατί ο Pavolini, πριν από την ύψιστη και ηρωική θυσία, ήταν ένας άνθρωπος που έζησε, που αγωνίστηκε σε όλη του τη ζωή για κάτι απολύτως συγκεκριμένο.

Ο συγγραφέας, πράγματι, χάρη σε μια σπάνια κυριαρχία των πηγών, ανασυνθέτει με ακρίβεια τα πολλά στάδια της πολιτιστικοπολιτικής μάχης του Pavolini, από τα χρόνια του Bargello μέχρι τα τελευταία του μέτρα ως γραμματέας του PNF. Από τις σελίδες του έργου του Soldani, προκύπτει καθαρά ο φασισμός για τον οποίο πάλεψε ο Pavolini.

Όχι ο «φασισμός» των συνοδοιπόρων, των συντηρητικών και των φιλελεύθερων με orbace, αλλά ο φασισμός των πρώτων squadristi, ο φασισμός ως καθολική κουλτούρα, ο κορπορατισμός που επιδιώκει κοινωνική επανάσταση, η κοινωνικοποίηση που εισάγει τους εργάτες στη διαχείριση των επιχειρήσεων: είναι, εν τέλει, ο υπέροχος μουσολινικός φασισμός, κοινωνικός και εθνικός, ο φασισμός ο απέραντος και κόκκινος.

Και ας μην υποτιμάται αυτό το σημείο. Αν για είκοσι χρόνια πολλοί κατασκεύασαν έναν φασισμό στα μέτρα τους, ο Pavolini, αντίθετα, χωρίς βεβαίως να αρνείται τη συζήτηση και την εποικοδομητική κριτική, παρέμεινε πάντα πιστός στον αρχικό και επαναστατικό φασισμό. 

Και αυτό είναι ακόμη σημαντικότερο αν αναλογιστούμε ότι όλοι αυτοί οι διάφοροι «φασισμοί» επέζησαν μεταπολεμικά και εξακολουθούν μέχρι σήμερα να συνυπάρχουν στον λεγόμενο «χώρο» του νεοφασισμού.

Με άλλα λόγια λοιπόν, η εις βάθος γνώση της προσωπικότητας του Pavolini χάρη σε αυτό το βιβλίο μάς βοηθά να μη χάσουμε από τα μάτια μας τον πολικό αστέρα: δηλαδή τον αυθεντικό και γνήσιο φασισμό, εκείνον με τη μαύρη πουκαμίσα. 

Τον φασισμό τον αριστοκρατικό ως λαϊκό, τον αυτοκρατορικό ως εθνικό, τον πολιτισμικό γιατί ενσαρκώνει την δράση. Εκείνον τον φασισμό που υπήρξε πραγματικά η «ποίηση του 20ού αιώνα».

https://theostyghskompania.blogspot.com

Η σύγκρουση του Γεωργίου Γρίβα με την 21η Απριλίου και μια αναφορά για την ... «μαϊμού» του Παπαδόπουλου

 


γράφει ο Έχεμος

Πολλά τα παραμύθια σχετικά με τον Σπύρο Μαρκεζίνη που τον έχουν ηρωοποιήσει οι αφελείς υπερασπιστές της 21ης Απριλίου στο όνομα της «φιλελευθεροποίησης» του καθεστώτος, δηλαδή της επαναφοράς στην εξουσία των παλαιών πολιτικών και κυρίως των Καραμανλικών. 

Ο λεγόμενος και «πίθηκος» ή «μαϊμού» όπως τον φώναζε η Φρειδερίκη, γέννημα θρέμμα του αστικού παλαιού πολιτικού κόσμου, υπεύθυνος για την υποτίμηση της δραχμής με συνέπεια την εποχή εκείνη να ευνοηθούν οι εταιρίες εισαγωγών και το ντόπιο κεφάλαιο και οι μικροκαταθέτες να έρθουν σε απόγνωση. 

Υπήρξε φανατικός εχθρός του Στρατηγού Γεωργίου Γρίβα σε διαρκή διαμάχη με τον Παπάγο για το Κυπριακό, θαυμαστής του Λένιν και της ΕΣΣΔ ... ενώ μόνο του μέλημα δεν ήταν άλλο παρά το να γίνει ο ίδιος πρωθυπουργός. 

Όπως και ο Κασιδιάρης που δεν τον μέλει τίποτε άλλο παρά πως να γίνει και αυτός βουλευτής και μάλιστα είχε προτείνει στην Βουλή τον υιό του Μαρκεζίνη τον άνθρωπο της Ελισάβετ ως έκτακτο πρωθυπουργό το 2011! 

Ο Σπύρος Μαρκεζίνης στα πλαίσια της λεγόμενης «φιλελευθεροποίησης» του Απριλιανού καθεστώτος επέλεξε ως πρώτη κίνηση να έχει για δεξί του χέρι τον γνωστό Ευταξία!

Ως γνωστόν ο τελευταίος ήταν προστάτης (και όχι μόνο) του Καραμανλή, ενώ στην μεταπολίτευση το δημοκρατικό καθεστώς καθόλου τυχαία τον κάλυψε από κάθε πιθανή δίωξη για το όποιο αμαρτωλό παρελθόν και κυρίως για τους θανάτους πέριξ του Πολυτεχνείου.

 Υπήρξε ο ίδιος τόσο ευγνώμων προς τον Παπαδόπουλο ... που έσπευσε να τον καταγγείλει για την οικονομική του πολιτική το ΄78!

Χειρόγραφο σημείωμα του Διγενή, ημερομηνίας 14/5/1972 και δημοσιευμένο, καταπέλτης εναντίον της δικτατορίας, αναφέρει:

«Όσον αφορά στην Χούνταν αυτή μας πολεμά άγρια εδώ, αλλά θα φάει και αυτή το κεφάλι της, στην Κύπρο. Τα όργανά της ψάχνουν να αποκαλύψουν πού μένω, αλλά έστειλα την απάντησίν μου. 

Προσπάθησαν να εισχωρήσουν εις την Οργάνωσίν μου, αλλά συνέτριψα πάσαν απόπειράν των. 

Οι ελάχιστοι οπαδοί των αποπέμφθησαν και παρακολουθούνται. Με την συμπεριφοράν των θα μείνουν άνευ συμμάχων εις Κύπρον. 

Η πολιτική της Χούντας εις Κύπρον και αντεθνική είναι και ακατανόητος. Η απόφασίς μου είναι να προχωρήσω μόνος και είμαι βέβαιος ότι θα αντεπεξέλθω».

Η Χούντα των Αθηνών με δήλωση του υφυπουργού Βύρωνα Σταματόπουλου καταδίκαζε την ίδρυση της ΕΟΚΑ Β' στις 13 Οκτωβρίου 1972:

"Η θέσις της Ελληνικής Κυβερνήσεως επί του Κυπριακού είναι γνωστή. 

Υποστηρίζομεν τας ενδοκυπριακάς συνομιλίας, αι οποίαι συνιστούν την ορθήν οδόν προς την εξεύρεσιν δικαίας και ειρηνικής λύσεως. 

Διά τούτο η Ελλάς καταδικάζει την προσφυγήν εις τη βίαν οθενδήποτε προερχομένην".

Στις 24 Αυγούστου του 1973 ο Γεώργιος Παπαδόπουλος προχώρησε σε διάγγελμα, το οποίο μεταδόθηκε από το ΡΙΚ. Σε αυτό τονίζονταν, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα:

"Το Εθνικόν Κέντρον αποδοκιμάζει δημοσίως τας ενεργείας τής παρανόμου Οργανώσεως του στρατηγού Γρίβα, αι οποίαι υπονομεύουν την πολιτικήν του Εθνικού Κέντρου..."

Ο δικτάτορας καλούσε τον Γρίβα "να παύσει πάραυτα την ένοπλον δράσιν και να διαλύσει την Οργάνωσίν του".

Εξάλλου ο Γρίβας είχε έρθει σε σύγκρουση με τον Παπαδόπουλο από την περίοδο της Οργανώσεως Χ, ο οποίος Παπαδόπουλος τον είχε υπό κατ' οίκον περιορισμό στο Χαλάνδρι.

Επίσης υπάρχει χειρόγραφη καταχώρηση του Διγενή στο ημερολόγιο του ημερομηνίας 20/1/1974, 7 μέρες πριν το θάνατό του:

“Γνωρίζω εις ΝΕΣΤΟΡΑ (Σωκράτη Ηλιάδη) αποκαλυφθείσαν υπό ΔΑΜΟΝΟΣ (Μάριο Χριστοδουλίδη) συνωμοσίαν εναντίον μου, υπό της νυν κυβερνούσης εν Ελλάδι κλίκας…”

Είναι γνωστό ότι τον Σεπτέμβριο του 1973 ο Στρατηγός είχε κατηγορήσει δημόσια τη Χούντα ότι είχε αποστείλει 4 Ταγματάρχες από την Αθήνα στην Κύπρο για να τον δολοφονήσουν. 

Αυτοί τον αποκάλεσαν δημοσίως συκοφάντη μέσω ανακοίνωσης του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδας στις 25 Σεπτεμβρίου 1973, με τον Γρίβα να τους απαντά στις 28/09/1973 ξανά με νέα γραπτή ανακοίνωση ότι:

"Δεν υπήρξαμεν ποτέ συκοφάνται και τον χαρακτηρισμόν αυτόν τον επιστρέφομεν εις εκείνους οι οποίοι μας τον απένειμαν. 

Το ότι έσπευσαν οι υβρισταί μας να μας αποκαλέσουν συκοφάντας κλπ. πριν ή ακόμη εξετάσουν την υπόθεσιν και πριν ή τους γνωρίσωμεν τα ονόματα των αξιωματικών, τα οποία τώρα ζητούν, αυτό και μόνον αρκει διά να καταδειχθή ότι εις αυτούς υπάρχει πολλή επιπολαιότης ή προκατάληψις εναντίον μας".

BUF: 16 Νοεμβρίου 1896 γεννιέται ο Sir Oswald Mosley (https://anaktisi-mag.gr/)

 

Ο Μόσλεύ εμπνεύσθηκε την “Βρετανική Ένωση Φασιστών” μετά την επίσκεψη του το 1932 στην εθνικιστική Ιταλία όπου γοητεύθηκε από το σύστημα του κορπορατισμού. 

Είχε για σύνθημα το “Η Βρετανία στους Βρετανούς” και σήμα τον κεραυνό, σύμβολο της δράσης. Τα δε μέλη της ντυνόταν στα μαύρα, όπως οι Ιταλοί Μελανοχίτωνες. 

Όμως ο φασισμός του Μόσλεϋ ήταν μια καθαρά δικιά του σύνθεση, όπου θα ένωνε όλα τα στοιχεία που τον ήδη τον χαρακτήριζαν ως πολιτικό και ως άτομο από την στιγμή που πολέμησε στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την περίοδο που υπήρξε βουλευτής πρώτα του Συντηρητικού και μετέπειτα του Εργατικού Κόμματος

για να διαβάσετε ολόκληρο το άρθρο εδώ ...

Ο Ernst Jünger και η εθνική επανάσταση (https://mavreslegeones.blogspot.com/)

 

Η 16η Αυγούστου 1922 είναι μια σημαντική ημερομηνία στην ιστορία του γερμανικού εθνικισμού. Εκείνη την ημέρα έγινε η πρώτη έξοδος σε ισχύ των SA, της παραστρατιωτικής οργάνωσης του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, ακόμη στα σπάργανα. 

Συγκέντρωσε οκτακόσιους άνδρες στην Königsplatz του Μονάχου, όπου υπήρχαν ήδη τριάντα χιλιάδες μέλη των “Bund Oberland” του Franz von Epp, των “Bund Bayern und Reich” και των “Reichsflagge” του Ernst Rohm. 

Ήταν οι κύριες ομάδες του εθνικού ριζοσπαστισμού που υπήρχαν στη Βαυαρία, αποτελούμενοι σχεδόν εξ ολοκλήρου από πρώην μαχητές και πρώην μέλη των Freikorps.

 Επρόκειτο για διαμαρτυρία ενάντια στον «νόμο για την προστασία της Δημοκρατίας», που απειλούσε να προχωρήσει αυστηρά κατά του εξτρεμισμού. 

Όταν με αφορμή το Putsch της 8ης Νοεμβρίου 1923, η «επαναστατική Δεξιά» ανέλαβε και πάλι δράση, ήταν οι Εθνικοσοσιαλιστές και οι Εθνικιστές που στέκονταν δίπλα - δίπλα. Και στους δύο, η παρουσία πρώην μαχητών ήταν πολύ μεγάλη. 

Στις έντονες ώρες του Putsch, περίπου χίλιοι δόκιμοι της σχολής πεζικού του Μονάχου εγκατέλειψαν τους στρατώνες τους και τέθηκαν υπό τη διοίκηση του Gerhard Rossbach, ενός από τους πιο διάσημους ηγέτες των Freikorps, με τον οποίο παρέλασαν «με πανό με σβάστικα και με τη συνοδεία μιας μπάντας για να ενωθούν με τον Hitler και τον Ludendorff»

για να διαβάσετε ολόκληρο το άρθρο εδώ ...

Ο Δικός μας Νοέμβρης: Έλληνες Επίστρατοι, τα Ελληνικά Freikorps!


γράφει ο Σταύρος Λιμποβίσης

Στα μέσα του Νοέμβρη του 1916  ξεκίνησε στην Αθήνα ένας ορυμαγδός αντίστασης που έμεινε στην Ιστορία ως «Νοεμβριανά». 

Είχε προηγηθεί η απόβαση στον Πειραιά  δυνάμεων της Αντάντ (Αγγλικών, Γαλλικών και Ιταλικών) και αιματηρές συγκρούσεις με τις ελληνικές μοναρχικές λαϊκές «πρωτοφασιστικές» πολιτοφυλακές. 

Πρωταγωνιστές ήταν  οι θρυλικοί Επίστρατοι (για την ακρίβεια τα ελληνικά «Τάγματα Εφόδου») που αποτέλεσαν το πρώτο μαζικό «πρωτοφασιστικό» λαϊκό κίνημα στην Ελλάδα. 

Η οργάνωση των Επιστράτων έμοιαζε σε πολλά με τα ανάλογα εθνικιστικά κινήματα που δρούσαν στην Ιταλία, τη Γερμανία και την Αυστρία. Όμως  οργανώσεις και κινήσεις με εθνικιστική και αντικοινοβουλευτική ιδεολογία που αποτέλεσαν τους προδρόμους του Ελληνικού Φασισμού υπήρχαν ήδη από τα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα. 

Μέσα σ’ αυτές ξεχωριστή θέση είχε η κίνηση «Ελληνισμός» επικεφαλής της οποίας ήταν ο καθηγητής Φιλοσοφίας πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών Νεοκλής Καζάζης (1849-1936). 

Η κίνηση αυτή άσκησε  τόσο πολιτική όσο και ιδεολογική επιρροή έως και τις παραμονές των Βαλκανικών Πολέμων του 1912-1913. Μέσα από το περιοδικό «Ελληνισμός» ο Καζάζης προπαγάνδιζε όχι μόνο τον αλυτρωτισμό με  τα «εθνικά δίκαια» στη Μακεδονία, τη Θράκη και την Κρήτη αλλά και την ανάγκη ενός ισχυρού κράτους με ένα ισχυρό ηγέτη. 

Δεν πρέπει να ξεχνάμε επίσης τον προδρομικό ρόλο που έπαιξαν στη διαμόρφωση του Ελληνικού Φασισμού ο Περικλής Γιαννόπουλος και ο Ίων Δραγούμης και οι δύο επηρεασμένοι από τις ιδέες των Γάλλων θεωρητικών Σαρλ Μωρράς και Μωρίς Μπαρρές, οι εθνικιστικές ιδέες των οποίων άσκησαν μεγάλη επιρροή σε όλο το πρώτο μισό  του 20ου αιώνα. 

"Ίων Δραγούμης ο Έλλην Ιδεαλιστής":

 Συγγραφέας του βιβλίου ο Εθνικοσοσιαλιστής Πέτρος Ωρολογάς.

 Εκδόθηκε το 2017 από τον Θρακικό Οιωνό. 

Επιμέλεια και εισαγωγή του συναγωνιστή Αθανασίου Γιαλαμά.

Και οι δυο Έλληνες διανοητές - προς φρίκη προσώπων του «χώρου» - υπήρξαν αντικείμενο θαυμασμού και μελέτης από την γνωστή Εθνικοσοσιαλίστρια και οπαδό του Αδόλφου Χίτλερ Savitri Devi αλλά και από συμπατριώτες μας που στήριξαν στον πόλεμο την πολεμική προσπάθεια του «Άξονα» όπως οι Πέτρος Ωρολογάς, Ευάγγελος Κυριάκης και Σπύρος Μελάς. 

Από την πλευρά των Βενιζελικών ο ιστορικός Γεώργιος Βεντήρης γράφει για τον χαρακτήρα των κινήσεων των Επιστράτων: «Παρουσιάζουν αναλογίας με τον ιταλικόν φασισμόν, του οποίου προεπορεύθησαν, προς τους Γερμανούς μοναρχικούς ή τους εθνικόφρονας σοσιαλιστάς. Αλλ’ αι ομοιότητες περιορίζονται εις την μέθοδον της ενέργειας και τον αντιδημοκρατικόν χαρακτήρα των διαφόρων τούτων κινήσεων. 

Διότι η δράσις των Ελλήνων επιστράτων δεν ανταπεκρίνετο εις οικονομικάς ανάγκας ή εθνικούς σκοπούς μιας ωρισμένης ομογενούς τάξεως, όπως συμβαίνει εις Ιταλίαν και Γερμανίαν. Αυτή είναι η πρωτοτυπία των, εις τούτο δε πρέπει να αποδοθή ο αναρχικός χαρακτήρ και η σχετικώς σύντομος ζωή των επιστράτων». 

Σύμφωνα με τον Γ.Θ. Μαυρογορδάτο («Εθνικός Διχασμός και μαζική οργάνωση. Οι επίστρατοι του 1916», σ. 34-36, Αλεξάνδρεια 1996) η συγγένεια των Επιστράτων με τα πρωτοφασιστικά και φασιστικά κινήματα που συναντάμε σε άλλες χώρες, και ειδικότερα τον Ιταλικό Φασισμό και τον Γερμανικό Εθνικοσοσιαλισμό είναι εμφανής. Γι αυτό και μπορούμε να μιλάμε για «ένα φασισμό προδρομικό αλλά ατελή». 

Επιφανείς υποστηρικτές και σε κάποιες περιπτώσεις ηγέτες των Επιστράτων ήταν ο Στρατηγός Ιωάννης Μεταξάς, ο Στρατηγός Αναστάσιος Παπούλας, ο Συνταγματάρχης και μετέπειτα Υποστράτηγος Ιπποκράτης Παπαβασιλείου, ο Γεώργιος Τσόντος Βάρδας γνωστός ως Καπετάν Βάρδας, ο Στρατηγός Βίκτωρ Δούσμανης και ο ιδρυτής του μετέπειτα Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος Σπυρίδων Μερκούρης θείος της γνωστής Μελίνας ...

Συνολικά ιδρύθηκαν περίπου τετρακόσιοι τοπικοί σύλλογοι ενώ ο αριθμός των μελών τους προσεγγίζει αρχικά τις 100.000. Στην Πελοπόννησο, δημιουργήθηκαν μετά την αποστράτευση αρκετοί Σύνδεσμοι Επιστράτων, όπως: Αιγίου, Πάτρας, Αχαΐας, Λανθίου (Ηλεία), Λεχαινών, Πύργου, Αμαλιάδας, Καλαμάτας και άλλοι, ενώ στην Αργολίδα, εντοπίζονται πέντε Σύνδεσμοι Επιστράτων: Ναυπλίου, Ασίνης, Άργους, Καρυάς και Κάτω Μπέλεσι (σημερινή Λυρκεία, που ανήκει στο Δήμο Άργους-Μυκηνών). 

Στα Τρίκαλα τα μέλη του συνδέσμου Επιστράτων ανέρχονταν σε χιλιάδες ενώ σύνδεσμοι ιδρύθηκαν σε πολλά χωριά του νομού, τόσο στον κάμπο όσο και στα ορεινά. 

Ο Σύνδεσμος Επιστράτων διέθετε επιτροπές στην Κοζάνη, στα Γρεβενά και στην Κατερίνη δεν καταγράφεται, όμως, επιτροπή στις πόλεις της κεντρικής Μακεδονίας, στη Βέροια, τη Νάουσα ή την Έδεσσα. 

Εργάτες και αγρότες ήταν η πλειοψηφική μάζα που πλαισίωσε τους Επιστράτους απέναντι στην μεγαλοαστική πολιτική του Βενιζέλου και στην υποταγή του στο διεθνοποιημένο κεφάλαιο των «Λεβαντινών» της διασποράς. Αυτό τον κοινωνικό χαρακτήρα των Επιστράτων αποδέχεται η Αριστερά που με μεγάλη αμηχανία αναγνώρισε ακριβώς αυτό, τον λαϊκό χαρακτήρα των Συνδέσμων. 

Ο γνωστός Μαρξιστής θεωρητικός Σεραφείμ Μάξιμος, μέχρι το 1927 μέλος του Πολιτικού Γραφείου και κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του Κ.Κ.Ε., γράφει: «Η σύγκρουση δυο αστικών μερίδων εξελίχθηκε σε σύγκρουση τάξεων, κατά την οποία τα κοινωνικώς καταπιεζόμενα στρώματα σηκώσανε την αντιβενιζελική σημαία ως σύμβολο αγώνος κατά του κεφαλαίου» και επίσης ότι: «η μικροαστική και εργατική μάζα αντέταξε ένα κοινό μέτωπο με τη μοναρχία κατά του λιμπεραλισμού». 

Από την πλευρά του ο ιδρυτής του ΣΕΚΕ Αβραάμ Μπεναρόγια λυπόταν γιατί: «Η μικροαστική επιπολαιότητα παρέσυρε και την εργατικήν μάζαν» (…) 

«Με την ανακήρυξιν της Δημοκρατίας θα γίνωμεν απλούστατα λαός άνευ ιδέας, η νόθος και έκφυλος φωνή της Ανθρωπότητος και οι Ισραηλίται των Εθνών!», αναφέρεται σε ένα κείμενο των Επιστράτων τον Οκτώβριο του 1916. 

Σύμφωνα με την διήγηση Γάλλου διπλωμάτη που υπηρετούσε τότε στην Ελλάδα: « θηναϊκ κοινωνία χωρίζεται σ βενιζελικος κα ντιβενιζελικούς· κα εναι εκολο ν τος ξεχωρίσει κανείς: Ο βενιζελικο εναι κομψ ντυμένοι, πειδ εναι πλούσιοι· ο βασιλόφρονες κακοντυμένοι, γιατ εναι φτωχοί». 

Γράφει λοιπόν ο Βάρναλης με το δικό του τρόπο για τον πολέμαρχο των Επιστράτων τον Σαγιά και την κάθοδο των Ελλήνων Αρβανιτών - που υπήρξαν σκληροί πολεμιστές, αγροτοκτηνοτρόφοι και φυσικά φανατικοί αντικομμουνιστές και μοναρχικοί για δεκαετίες και το πλήρωσαν με επιθέσεις από τον Βενιζέλο μέχρι τον ΕΛΑΣ - από τα Μεσόγεια στην Αθήνα («Φιλολογικά απομνημονεύματα», σ. 198,199, Κέδρος, Αθήνα 1980): 

«Έτσι πάνου - κάτου μίλησε ο Σαγιάς. Και φανάτισε το πλήθος. Ύστερα μπήκε στο αυτοκίνητο με την παρέα του κι έφυγε να πάει και στ’ άλλα χωριά να πει τα ίδια: στα Καλύβια, στο Μαρκόπουλο, στο Κορωπί, στο Λιόπεσι. 

Την άλλη μέρα, από τα χαράματα, οι επίστρατοι όλων των χωριών με τους προέδρους των και με στρατιωτικό αρχηγό τον έφεδρο ανθυπασπιστή Μέγγουλη από την Κερατιά, κατεβήκανε στους σταθμούς και παίρνανε το τραίνο (καμιά εφτακοσαριά το όλο) για την Αθήνα. 

Τη νύχτα η Αθήνα παρουσίαζε την όψη πολιορκημένης πολιτείας. Στην Ομόνοια, στην οδό Σταδίου κ.τ.λ. ανεβοκατεβαίνανε ατελείωτες περιπολίες Επιστράτων με βάδισμα αργό και με πολύ σοβαρό ύφος. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά και μύριζε μπαρούτι». 

Η αποκαλούμενη «Μάχη των Αθηνών» διήρκησε συνολικά ένα εικοσιτετράωρο, από τα ξημερώματα της Παρασκευής έως τα ξημερώματα του Σαββάτου (18-19 Νοεμβρίου/1-2 Δεκεμβρίου 1916). 

Στη διάρκεια τους βρέθηκαν αντιμέτωποι περίπου 3.000 Αγγλογάλλοι επικουρούμενοι από ελάχιστους Ιταλούς και ο τακτικός στρατός και οι δυναμικότερες ομάδες «Επιστράτων». 

Οι Ελληνικές δυνάμεις φέρονται αποφασισμένες να σταματήσουν την συμμαχική απόβαση και βρίσκονται οχυρωμένες σε κομβικές θέσεις, με το δάχτυλο στη σκανδάλη. 

Με διαταγή του αντιστρατήγου Καλλάρη τέσσερα τάγματα του Ελληνικού Στρατού είχαν καταλάβει τις στρατιωτικές αποθήκες και ορισμένες νευραλγικές θέσεις στην πόλη της Αθήνας ενώ οι υπόλοιπες δυνάμεις είχαν συγκεντρωθεί στα περίχωρα, όπως στο πυριτιδοποιείο στην Ιερά Οδό, στο Βοτανικό Κήπο πλησίον της Μονής Δαφνίου, στο στρατόπεδο του Ρουφ, στο Αστεροσκοπείο, καθώς και στους λόφους Φιλοπάππου και Αρδηττού. 

Τρεις φάλαγγες Γάλλων και Βρετανών, αλλά και κάποιοι Ιταλοί, οδεύουν προς την Αθήνα σε προκαθορισμένα σημεία: η μια μονάδα ανέβηκε τη λεωφόρο Συγγρού, η άλλη την Πειραιώς και η τρίτη «διά της οδού του Ελαιώνος», η σημερινή οδός Πέτρου Ράλλη. 

Σύντομα τα στρατεύματα της Αντάντ, Άγγλοι, Γάλλοι και Ιταλοί αποβιβάζονται στον Πειραιά και βαδίζουν προς την Αθήνα, όπου κατέλαβαν τους στρατώνες στο Ρουφ, καίρια σημεία στην πόλη και το Ζάππειο, όμως συνάντησαν ισχυρή αντίσταση από στρατιωτικά τμήματα και τους χιλιάδες Επίστρατους. 

Οι Ελληνικές δυνάμεις διοικούμενες από τον αντιστράτηγο Κωνσταντίνο Καλλάρη απέκρουσαν τον εχθρό. Οι μάχες άρχισαν στο Στρατόπεδο Ρουφ γύρω στις 11:30 το πρωί, μετά στο Γκαζοχώρι, στη γέφυρα Πουλοπούλου και κατόπιν στο πεδίον του Άρεως, στο Αστεροσκοπείο, στου Φιλοπάππου, στο Ζάππειο και στην Ακρόπολη. Βομβαρδίστηκαν επίσης αποθήκες όπλων στα Λιόσια, το Παγκράτι αλλά και τα ίδια τα ανάκτορα από τα αγκυροβολημένα στο Φάληρο συμμαχικά πλοία, προκαλώντας μεγάλης έκτασης φθορές. 

Οι Αγγλογάλλοι προσπάθησαν μάταια να καταλάβουν κεντρικά σημεία σημεία των Αθηνών, στρατιωτικές αποθήκες και αυτό ακόμα το παλάτι, όμως αποκρούσθηκαν με πολλές απώλειες για τους ίδιους στην ευρύτερη περιοχή του Φιλοπάππου και αναγκάστηκαν να επιστρέψουν ατάκτως και με σκυμμένο το κεφάλι στον Πειραιά.  

Τα συμμαχικά πλοία ξεκινούν βομβαρδισμό και η πόλη δέχεται μαζικά πυρά. Στις εχθροπραξίες συμμετείχαν και οπαδοί του Βενιζέλου που έχοντας καταλάβει θέσεις σε οικίες, μπαλκόνια και στέγες, έβαλλαν κατά των Ελλήνων στρατιωτών. 

Η ανάμειξη τους ήταν τέτοιας εκτάσεως, που ο ναύαρχος du Fournet έγραψε στα απομνημονεύματα του ότι τα στρατεύματά του είχαν εμπλακεί σε μια εμφύλια σύρραξη. 

Μετά την επικράτηση τους οι Επίστρατοι στράφηκαν κατά των Βενιζελικών και επί δύο μέρες επιδόθηκαν σε προσπάθειες να απομακρύνουν από την Αθήνα και την επαρχία τους «βενιζελικούς προδότας» και τους «πράκτορας της Αντάντ»

Έγιναν έρευνες σε σπίτια γνωστών οπαδών του Βενιζέλου αλλά και στο σπίτι του ίδιου όπου ανακαλύφθηκε ολόκληρο οπλοστάσιο: 4 πολυβόλα, 170 τυφέκια, 60 περίστροφα, 4.500 σφαίρες, μασούρια δυναμίτιδος, χαλύβδινοι θώρακες και δημοκρατικά σήματα αναγνωρίσεως, «ολόκληρο οπλοστάσιο προοριζόμενο για εμφύλιο πόλεμο». 

Το ίδιο κιόλας βράδυ, ο Κωνσταντίνος συμφωνεί με τους πρεσβευτές της Αντάντ και ο βομβαρδισμός σταματά. Ακολουθεί η παράδοση των αιχμαλώτων που είχαν συλλάβει οι αντιμαχόμενοι μεταξύ των οποίων και ο ίδιος ο ναύαρχος Νταρτίζ ντε Φουρνέ που είχε περικυκλωθεί στο Ζάππειο επί κεφαλής αγήματος διακοσίων Γάλλων ναυτών.

Η αιχμαλωσία του αποτέλεσε σημείο σημαντικής τριβής για την οποία μνησικακούσαν οι Γάλλοι που θεωρούσαν ότι είχε θιγεί η εθνική τους αξιοπρέπεια εξαιτίας του συμβιβασμού που αναγκάστηκαν να κάνουν. 

Ως απάντηση στα γεγονότα τις 18ης Νοεμβρίου οι δυνάμεις της Αντάντ επέβαλαν γενικό αποκλεισμό στα νησιά και στα λιμάνια της Ελλάδος που παρέλυσε την αγορά και ο λαός υπέφερε από την πείνα και τη στέρηση αγαθών. 

Το κίνημα των Επιστράτων εξέφρασε την πλήρη και σχεδόν καθολική αντίσταση του μεγαλύτερου τμήματος του Ελληνικού λαού εναντίον της ξενικής επιβολής, αλλά και διατράνωσε την πίστη ότι η Ελλάδα και το Έθνος πρέπει να είναι ανεξάρτητα και κραταιά, χωρίς καμιά εξάρτηση από κανέναν ξένο παράγοντα. 

Οι Επίστρατοι αναχαίτισαν τα εχθρικά στρατεύματα στα μικρής χρονικής διάρκειας γεγονότα, που ήταν μια θρασύτατη επιθετική ενέργεια κατά της Ελλάδος, γεγονός το οποίο χαιρετίστηκε ως θρίαμβος του Ελληνικού στρατού αλλά και του απλού λαού σε βάρος των Μεγάλων Δυνάμεων. 

Η τότε Κυβέρνηση είχε υποσχεθεί την ανέγερση μνημείου για τους πεσόντες Επιστράτους, όμως η κατάληψη της εξουσίας από τον Βενιζέλο με τις ευλογίες των Γάλλων, ακύρωσε την ανέγερση του!

Το 2012 ο ιστορικός Δημήτρης Μιχαλόπουλος δημοσίευσε βιβλίο που αναφέρεται διεξοδικά στην υπόθεση του Συνδέσμου Επιστράτων, και παραθέτει συγκλονιστικές λεπτομέρειες από επίσημες πηγές της εποχής. 

Οι Επίστρατοι, ακόμη και στη Θεσσαλονίκη εκεί που η εξουσία των Βενιζελικών ήταν απόλυτη, αντιστάθηκαν στον Βενιζέλο και τους ξένους προστάτες του. Στη Σκιάθο οι Επίστρατοι απέκρουσαν δια των όπλων την προσπάθεια αγήματος Βρετανικού πλοίου να αποβιβασθούν και να καταλάβουν το νησί ενώ ο λαός τους υποστήριξε κραυγάζοντας το σύνθημα: «Δεν θέλουμε ψωμί! Ζήτω η Ελλάς!». 

Στο Λιανοκλάδι, κοντά στη Λαμία, οι Επίστρατοι ακινητοποίησαν αμαξοστοιχίες που ταξίδευαν μεταφέροντας συμμαχικά στρατεύματα στην Πελοπόννησο. Στην ύπαιθρο χώρα οι βιασμοί κοριτσιών και οι απαγωγές ομήρων από τα στρατεύματα της Αντάντ και τους άτακτους του Βενιζέλου ήταν καθημερινότητα και τα σχετικά επεισόδια ήταν συνήθη. 

Ανάλογα περιστατικά ήταν καθημερινότητα στη δυτική Μακεδονία, ειδικότερα στην περιοχή των Γρεβενών και της Κοζάνης, όπου μάλιστα επειδή οι ντόπιες γυναίκες φάνηκαν απρόθυμες να ικανοποιήσουν τις σεξουαλικές ανάγκες Γάλλων στρατιωτικών εκδόθηκε διαταγή (!) να επιλεγούν από τους κατά τόπους κοινοτάρχες άπορες κοπέλες προκειμένου να δημιουργήσουν πορνεία για τα συμμαχικά στρατεύματα στη Μακεδονία. 

Στο νησί της Νάξου οι κάτοικοι της Απειράνθου, όπου ήταν το σημαντικότερο σημείο των υποστηρικτών των Επιστράτων οπλισμένοι με δυναμίτες, αρνήθηκαν ν’ αναγνωρίσουν τον Βενιζέλο κι αντιπρότειναν να παραμείνουν αυτόνομοι απ’ οποιασδήποτε κυβέρνηση. Επικεφαλής των Επιστράτων της Νάξου ήταν ο παλιός Μακεδονομάχος μόνιμος αξιωματικός και βουλευτής Μανώλης Δερλερές. 

Την καθυπόταξη τους ανέλαβε ένα Βενιζελικό μικτό απόσπασμα, υπό τις διαταγές του Υπολοχαγού Δημητρίου Σαμαρτζή, στο οποίο συμμετείχαν στρατιώτες και Κρήτες χωροφύλακες. Αρχικά, το τορπιλοβόλο «Θέτις» έριξε δύο προειδοποιητικές βολές, χωρίς κάποιο αποτέλεσμα. Ακολούθησαν από τους άνδρες του Σαμαρτζή από απόσταση 80 βημάτων πυρά προς το συγκεντρωμένο πλήθος, τα οποία διήρκεσαν περίπου 15 λεπτά. Στη συνέχεια, ο στρατός του Βενιζέλου έκανε έφοδο στο χωριό, συνέχισε τις βιαιότητες έναντι των αμάχων και λεηλάτησε περιουσίες. 

Μετά από προτροπή του παπά Φραγκίσκου, του ιερέα της Απειράνθου, οι κάτοικοι του χωριού σήκωσαν λευκές σημαίες. Το απόσπασμα έπνιξε στο αίμα το χωριό με πολυβόλα και ξιφολόγχες, στις 5 Ιανουαρίου 1917, σκοτώνοντας 32 πολίτες, 12 γυναίκες μεταξύ τους και κάποιες σε εγκυμοσύνη, 4 υπερήλικες, 5 ανήλικους και 11 άνδρες με ριπές πολυβόλου ενώ υπήρξαν και 44 τραυματίες, εκ των οποίων οι 15 έμειναν ανάπηροι. 

Μετά τη σφαγή, 120 κάτοικοι αναγκάστηκαν με την απειλή των όπλων να περισυλλέξουν τα πτώματα και να τα θάψουν χωρίς κάποια τελετή έξω από το νεκροταφείο του χωριού ενώ ακολούθως φυλακίστηκαν πολλοί από αυτούς ώσπου να υπογράψουν δήλωση προσχωρήσεως στην «Εθνική Άμυνα». 

Λέγεται πως ο ίδιος ο Βενιζέλος τηλεγράφησε στις 7 Ιανουαρίου στον στρατιωτικό διοικητή Κυκλάδων να στείλει στρατιωτικές ενισχύσεις στην περιοχή, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι Επίστρατοι της Νάξου, κλείνοντας με τη φράση «Μη φεισθήτε ουδενός». Οι εκτελέσεις αντιφρονούντων και υπόπτων ήταν στην ημερήσια διάταξη σε όλη την έκταση της χώρας την οποία δεν ήλεγχαν οι οπαδοί του Βενιζέλου, αν και δεν είχαν την έκταση της Σφαγής στην Απείρανθο. 

Μετά την κατάληψη στις Κυκλάδες δημιουργήθηκε το 10ο Σύνταγμα Πεζικού υπό τον Ταγματάρχη Αλέξανδρο Οθωναίο, και κλήθηκαν προκειμένου να το στελεχώσουν περισσότεροι από 1.500 κληρωτοί του 1916 από τους οποίους παρουσιάστηκαν περίπου 300 ενώ οι υπόλοιποι δημιούργησαν ομάδες ανταρτών στα ορεινά της Νάξου κι άλλοι πέρασαν στην Εύβοια με τελικό προορισμό την Αθήνα. 

Ένα από τα πλέον σημαντικά στρατιωτικά παρεπόμενα και επιμελώς παραλειπόμενα εκείνης της περιόδου, το οποίο έχει σχέση με την δράση των Επιστράτων, είναι η μάχη που δόθηκε τον Μάιο του 1917, γνωστή σήμερα ως «Μάχη της Σημαίας», στην περιοχή της Λάρισας. 

Στην πόλη είχε την έδρα της η Ι Ελληνική Μεραρχία με διοικητή τον Υποστράτηγο Ανδρέα Μπαΐραμε το 4ο Σύνταγμα Πεζικού και το 1/38 Τάγμα Ευζώνων. Όλοι οι άνδρες του Συντάγματος ακολουθούμενοι από 100 ακόμη οπλίτες της Μεραρχίας προσπάθησαν να διαφύγουν ένοπλοι με την σημαία τους προς την Λαμία ώστε να αποφύγουν τον εξευτελισμό. 

Η μάχη της σημαίας έλαβε χώρα μεταξύ τμήματος του 1/38 Ευζωνικού Τάγματος και Γάλλων λογχοφόρων από τις αποικίες στη θέση «Μεζούρλο», λίγο έξω από την Λάρισα, απέναντι από το σημερινό Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο και μεταξύ της οδού Λάρισας - Καρδίτσας και των σιδηροδρομικών γραμμών, οι διαφυγόντες Έλληνες στρατιώτες κυκλώθηκαν από πολλαπλάσιες δυνάμεις αποικιακών μονάδων και συγκεκριμένα Μαροκινών σπαχήδων (ιππέων) και Σενεγαλέζων πεζών σε απόλυτα ανοικτό πεδίο. 

Αρνούμενοι να παραδοθούν, στον εχθρό υπερασπίστηκαν σε μια τρίωρη σκληρή μάχη την τιμή και την σημαία τους. Ο Γάλλος στρατηγός έστειλε το ιππικό των Μαροκινών Σπαχήδων να τους καταδιώξει. Έξι χιλιόμετρα αργότερα οι Έλληνες κυκλώθηκαν κι όταν τους ζητήθηκε να παραδοθούν, αρνήθηκαν με πείσμα. 

Οι απώλειες κυρίως της Ελληνικής πλευράς, όπως περιγράφονται στις εφημερίδες της εποχής, υπήρξαν βαριές. Στην μάχη των πεζών εναντίον του Γαλλικού ιππικού - σε ανοιχτό πεδίο αυτή τη φορά - οι Έλληνες μέτρησαν 59 αξιωματικούς και στρατιώτες νεκρούς όλους με φοβερούς σπαθισμούς. Οι Γάλλοι είχαν 2 αξιωματικούς και 7 στρατιώτες τραυματίες. Επί τόπου συνελήφθησαν 49 Έλληνες αξιωματικοί και 269 Έλληνες στρατιώτες. 

Οι Εύζωνες χρησιμοποιήθηκαν από τους Γάλλους για αγγαρείες και έργα οδοποιίας στο Λιτόχωρο, ενώ οι αξιωματικοί οδηγήθηκαν και κρατήθηκαν σε παλαιούς Τουρκικούς στρατώνες στην Κατερίνη. 

Οι Γάλλοι ονόμασαν «Δεκεμβριανά» ή η «ενέδρα της Αθήνας» την ήττα τους  τα «Νοεμβριανά του 1916». 

Οι Επίστρατοι στο σύνολο τους είχαν πολεμήσει στους Βαλκανικούς πολέμους κι οι περισσότεροι ε από βετεράνοι, ήταν έμπειροι και σκληροτράχηλοι πολεμιστές που δεν μπορούν να χαρακτηριστούν κολαούζοι του Βασιλιά και πολύ περισσότερο προδότες, παρά θύματα της βίας των Βενιζελικών και της πολιτικής τους να διαιρέσουν και να διχάσουν την χώρα.

Σπύρος Παπαγεωργίου, ο «γίγαντας» της εθνικιστικής δημοσιογραφίας

 

γράφει ο Σταύρος Λιμποβίσης

ΘΑ΄ ΡΘΩ / Παπαγεωργίου Σπύρος

Να καρτεράτε. Θά ΄ρθω.

Καλή μου μάνα, θά ΄ρθω κάποιο δειλινό

την ώρα που θα συδαυλίζεις τα ξύλα για το δείπνο,

θαρρώ θά ΄χουν ανθίσει οι βασιλικοί στο λιακωτό μας

κι οι κρίνοι γύρω απ΄ το πηγάδι.

Θα κόψω ένα φυλλαράκι μικρό,

μικρό όπως την καλοσύνη των ανθρώπων

και στ΄ άρωμα του θα πλέξω

τις θύμησες του χθες

Ο Σπύρος Παπαγεωργίου υπήρξε κορυφαίος Εθνικιστής δημοσιογράφος και συγγραφέας, ανταποκριτής ξένων εφημερίδων, πολιτικός αναλυτής και ιστορικός, αγωνιστής της Ενωτικής παράταξης και μέλος του ένοπλου αγώνα που καθοδήγησε ο Στρατηγός Γεώργιος Γρίβας

Υπήρξε ο εξ απορρήτων συνεργάτης και βιογράφος του Διγενή. Δεν είναι τυχαίο, ότι ο Γρίβας του εμπιστεύθηκε και το αρχείο της Αντικομμουνιστικής οργανώσεως «Χ», που είχε καταστεί το φόβητρο πολλών, λόγω των αποκαλύψεων για πολιτικά και στρατιωτικά πρόσωπα και παρασκηνιακές διαδρομές της εκάστοτε εξουσίας.

Υπήρξε μέλος του πολιτικού και ιδεολογικού φορέα «Ενιαίο Εθνικιστικό Κίνημα»Γεννήθηκε το 1940 στο χωριό Τρεμετουσιά (Επαρχία Λάρνακας) στην Κύπρο. 

Εργάστηκε στην Κυπριακή εφημερίδα Ελευθερία και ως αρχισυντάκτης στην Κυπριακή εφημερίδα Πατρίς. Για αρκετά χρόνια ήταν αρχισυντάκτης στην Αθηναϊκή εφημερίδα ΕΣΤΙΑ. 

Σε πολύ νεαρή ηλικία πήρε ενεργό μέρος στον απελευθερωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ. Μαζί με άλλους νεολαίους της νήσου βρήκαν παλιά όπλα, τύπωναν και κυκλοφορούσαν τις προκηρύξεις της ΕΟΚΑ, κατασκεύαζαν βαμβακοπυρίτιδα, νάρκες και χειροβομβίδες, εγχώριας κατασκευής τις οποίες και χρησιμοποιούσαν κατά των πάνοπλων Άγγλων. 

Αποκορύφωμα υπήρξε η επίθεση κατά του Διδασκαλικού Κολεγίου για την οποία υποκλίνεται ο Γρίβας στα απομνημονεύματα του, ενώ οι συλληφθέντες εθνικιστές δεν λύγισαν στα βασανιστήρια και τις απειλές των Τουρκοκυπρίων επικουρικών και των σαδιστών Άγγλων. 

Πολέμησε επίσης σε Ελληνοκυπριακές Ομάδες κατά των Τουρκοκυπρίων στο πλαίσιο των Διακοινοτικών Ταραχών το 1963-64 ως χειριστής πολυβόλου Βίκερς 0.303΄, στο Πενταδάκτυλο και στις μάχες της Πάφου και παράλληλα αρθρογραφούσε προς πληροφόρηση των πολιτών.

Ο Σπύρος Παπαγεωργίου ασχολήθηκε τόσο με τη λογοτεχνία όσο και με την ιστορική έρευνα εκτεταμένα, ιδίως περί τα πρόσφατα τραγικά γεγονότα της Κυπριακής Ιστορίας. Δημοσίευσε τόσο διηγήματα και ποιήματα, όσο και πολλά άρθρα πολιτικού περιεχομένου καθώς και ιστορικές μελέτες. 

Ανάμεσα στους 27 τίτλους βιβλίων βρίσκεται και η Αγία Τηλλυρία (ποίηση) που εκδόθηκε στη Λευκωσία το 1972. Αυτό το ποιητικό έργο μελοποιήθηκε από το Γιώργο Κοτσώνη και πρωτοπαρουσιάστηκε στο αρχαίο θέατρο των Σόλων (Κύπρος). 

Ο δίσκος «Αγία Τηλλυρία» εκδόθηκε το 1973. Πρόκειται για έναν κύκλο εννέα τραγουδιών ελεγειακού περιεχομένου που βασίζονται σε στίχους του Σπύρου Παπαγεωργίου από το ομώνυμο έργο του. 

Αναφέρονται στο μικρό έπος που διαδραματίστηκε στην περιοχή της Τηλλυρίας (οι κάτοικοι της έλκουν την καταγωγή τους από την Τήλο των Δωδεκανήσων), στο βορειοδυτικό άκρο του νησιού.

Τον Αύγουστο του 1964 η περιοχή δέχθηκε ισχυρή επιδρομή από Τουρκικές αεροπορικές δυνάμεις - ακόμη και με χρήση βομβών ναπάλμ που τους προμήθευσαν οι ΗΠΑ - και αντιστάθηκε σθεναρά με κόστος τη θυσία της ζωής αρκετών δεκάδων κατοίκων, ενώ ολόκληρη η περιοχή μετατράπηκε σε παρανάλωμα του πυρός. 

Ο Σπύρος Παπαγεωργίου ήταν παρών καταγράφοντας τα θλιβερά αυτά γεγονότα και αφιέρωσε το ποιητικό του έργο στον Ελλαδίτη ήρωα υπολοχαγό Νίκο Παπαγεωργίου που έπεσε στο πεδίο της μάχης.

Σφοδρός πολέμιος του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και λόγω αυτού του γεγονότος την περίοδο της διακυβερνήσεως της Ελλάδος από το Στρατιωτικό Καθεστώς της 21ης Απριλίου, του είχε απαγορευτεί η είσοδος στην Ελλάδα με εντολή του Συνταγματάρχη Γεωργίου Παπαδόπουλου (...) ενώ να σημειωθεί ότι ο Στρατηγός Γεώργιος Γρίβας ήταν στόχος του Απριλιανού καθεστώτος μέχρι το τέλος της ζωής του. 

Ο ιδρυτής της ΕΟΚΑ και ΕΟΚΑ Β' είχε καταγγείλει απόπειρα δολοφονίας του με εμπλεκομένους Ταγματάρχες του Ελληνικού Στρατού καθώς και σχέδιο τουρκοποίησης της νήσου εκ μέρους των Απριλιανών, γεγονός που επιβεβαιώνει σε μαρτυρίες του ο υπαρχηγός της ΕΟΚΑ Β' Λευτέρης Παπαδόπουλος.

Στις 29 Ιουλίου 1973 το ονομαζόμενο Εφεδρικό Σώμα, που το αποτελούσαν φανατικοί παρακρατικοί υποστηρικτές του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, επιτέθηκε και κατέστρεψε τα γραφεία και τα τυπογραφεία των αντιπολιτευόμενων εφημερίδων στην Κύπρο, ενώ συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν στις κεντρικές φυλακές της Λευκωσίας, όσοι δημοσιογράφοι, μεταξύ τους και ο Σπύρος Παπαγεωργίου, ήταν αντίθετοι με την ενδοτική πολιτική του Αρχιεπισκόπου. 

Το 1974 κατά την Τουρκική εισβολή στην Κύπρο, ήταν διευθυντής στο «Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου» και με την έναρξη της επιθέσεως εγκατέλειψε τη θέση του και πολέμησε ως απλός στρατιώτης στην πρώτη γραμμή του μετώπου όταν άλλοι έτρεχαν να κρυφτούν στα μετόπισθεν!

Στην περίοδο της προεδρίας του αντάρτη πόλης της ΕΟΚΑ και τιμωρού των Άγγλων πρακτόρων Νίκου Σαμψών στη Κύπρο, διατέλεσε από τις 15 έως τις 23 Ιουλίου 1974, διευθυντής του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών, σε δημόσια ομιλία μαζί με άλλους παράγοντες αποκάλυψε τα μεσαιωνικά εργαλεία και τις μεθόδους βασανισμού που ακολουθούσαν οι οπαδοί του Μούσκου ενάντια στους «Ενωτικούς» στις φυλακές και στα κολαστήρια της κρατικής εξουσίας. 

Μετά την εισβολή κυνηγήθηκε λυσσαλέα από τους υποστηρικτές του πανούργου ρασοφόρου και την δημοκρατία και αναγκάστηκε να αναζητήσει καταφύγιο και στήριγμα στην Ελλάδα καθώς και σε οργανώσεις εθνικιστών, όπου συνέχισε την δράση και συμμετείχε ενεργά σε πολιτικούς και ιδεολογικούς αγώνες. 

Διατέλεσε μέλος του Εθνικού Συμβουλίου στο οποίο Πρόεδρος ήταν ο Στρατηγός Μιχαήλ Οικονομάκος - ο τελευταίος στα μέσα της δεκαετίας του 2000 βραβεύτηκε σε δημόσια μουσικοπολιτική εκδήλωση με τιμητική πλακέτα από τον Νίκο Μιχαλολιάκο για την πολύπλευρη προσφορά του, ενώ εκατοντάδες νεολαίοι τον χαιρετούσαν με τεταμένη την δεξιά σε ένδειξη τιμής - και δημοσίευσε κείμενα του στο περιοδικό «Μαχόμενος Ελληνισμός»

Μετά το 2005, αντιμετώπισε σημαντικά προβλήματα υγείας εξ αιτίας διαβήτη, κυρίως με τη σταδιακή μείωση της οράσεως του, αποτέλεσμα της πολύωρης ασχολίας του με την μελέτη των Κυπριακών Αρχείων τα οποία κατασχέθηκαν παρανόμως από τις Κυπριακές αρχές. 

Την Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2007, οπλισμένοι άνδρες της Κυπριακής Αστυνομίας, οι οποίοι συνοδεύονταν από υπαλλήλους του Δημοσίου Αρχείου, με εντολή της Έφης Παρπαρίνου, τότε διευθύντριας του Δημοσίου Αρχείου της Κύπρου, με την έγκριση της Κυπριακής Κυβερνήσεως (τόσο η Κυπριακή δεξιά όσο και η αριστερά σιώπησαν για το γεγονός αυτό) περικύκλωσαν το βιβλιοπωλείο και την αποθήκη του εκδότη Κώστα Επιφανίου στην Λευκωσία. 

Κατάσχεσαν το αρχείο του Σπύρου Παπαγεωργίου, το οποίο κάλυπτε την περίοδο από το 1960 έως το 1974, με το επιχείρημα ότι περιλαμβάνει Απόρρητα Κρατικά Έγγραφα της Κυπριακής Δημοκρατίας, τυχόν δημοσιοποίηση των οποίων θα βλάψει τα Κυπριακά συμφέροντα. 

Το αρχείο αποτέλεσε την βάση των πηγών του Παπαγεωργίου για την συγγραφή των βιβλίων «Από την Ζυρίχη στον Αττίλα» και «Επιχείρηση Κοφίνου» που εξέδωσε ο εκδοτικός οίκος του Κώστα Επιφανίου. 

Ο Σπύρος Παπαγεωργίου απέδωσε την κατάσχεση στον τρόμο των Κυπριακών Αρχών για το περιεχόμενο του αρχείου του, οι οποίες ανησυχούν μην βγουν στην δημοσιότητα απόρρητα έγγραφα που καταρρίπτουν οριστικά τον μύθο του «Εθνάρχη» Μακαρίου και των συνεργατών του. 

Ιδιαίτερα ενδιαφέροντα είναι τα αποκαλυπτικά στοιχεία του Σπύρου Παπαγεωργίου για τις αγαθές σχέσεις του Μακαρίου, του Κρανιδιώτη και άλλων αξιωματούχων της Κυπριακής Κυβέρνησης με το καθεστώς της 21ης Απριλίου αλλά και με τον ξένο παράγοντα. 

Στα κείμενα του δεν χαρίζεται ούτε στους οπαδούς του ΑΚΕΛ αλλά και στον Άγγελο Βλάχο, έναν από τους μεγαλύτερους υβριστές του Κυπριακού Ελληνισμού. 

Ο Τάσσος Παπαδόπουλος πρότεινε τον Σπύρο Παπαγεωργίου ως υποψήφιο για την απονομή βραβείου συνολικής ιστορικής προσφοράς, όμως ο Παπαγεωργίου αρνήθηκε για λόγους που δημοσιοποίησε σε συνέντευξη του στην εβδομαδιαία εφημερίδα «Ελεύθερος Κόσμος»

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του έγραφε με ειδικό φακό, στην αρχαιοελληνική γλώσσα, σύμφωνα με τη μαρτυρία του παιδικού φίλου του και δημοσιογράφου Γιάννη Σπανού, ενώ είχαν παραλύσει τα κάτω άκρα του. 

Ως συγγραφέας έγραψε γεγονότα που κανένας άλλος δεν αποπειράθηκε, καθώς αισθάνονταν «θωρακισμένος» αφού όσα αποτύπωνε στο χαρτί τα στήριζε στα έγγραφα της Ε.Ο.Κ.Α., της Ε.Ο.Κ.Α. Β' καθώς και στο ημερολόγιο του Γρίβα το οποίο κατείχε. 

Απεβίωσε στις 9:30 το πρωί της Παρασκευής 3 Οκτωβρίου 2014, στο σπίτι του στη Ραφήνα. 

Λίγους μήνες πριν τον θάνατο του είχα την τιμή να συνομιλήσω μαζί του όπου και μου μετέφερε την πικρία του για την πορεία του εθνικιστικού κινήματος, ενώ να σημειωθεί ότι πολλοί διάσημοι «διαπρύσιοι κήρυκες των εθνικιστικών ιδεών» που απολάμβαναν μετά μανίας τα κοινοβουλευτικά αγαθά της αστικής δημοκρατίας την εποχή εκείνη … απέκρυψαν πλήρως τον θάνατο του!  

Υπήρξαν όμως και κάποιοι συναγωνιστές που τίμησαν την μνήμη του με σχετική αρθρογραφία - κυρίως στο διαδίκτυο - και εξύμνησαν το έργο του θανόντος για την Πατρίδα και τον Λαό.

Το 28ο και το τελευταίο από τα έργα του Σπύρου Παπαγεωργίου - «Από την ΕΟΚΑ στην ΕΟΚΑ Β’», εκδόσεις «Κώστας Επιφανίου» τo 2009 - έμεινε ημιτελές και κυκλοφόρησε μόνο ο πρώτος τόμος, καθώς ο συγγραφέας αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας και λόγω σφοδρών αντιδράσεων του καθεστώτος ...

Γράφτηκε αυτό το βιβλίο με σκοπό να δώσει πληροφορίες και στοιχεία για την ταραγμένη και καθοριστική για την ιστορική μοίρα της Κύπρου περίοδο. 

Γράφτηκε σε μια προσπάθεια να απαντηθούν οι απορίες και οι προβληματισμοί της λεγόμενης «Ενωτικής Παρατάξεως» για το πως συνέβη να εμπλακεί στα γεγονότα της περιόδου. 

Ποιο κίνητρο και ποια ιδανικά συνεπήραν και στράτευσαν τα 20.000 μέλη της ένοπλης οργάνωσης ΕΟΚΑ Β'; 

Η κηδεία του έγινε τη Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2014, στις 11:00 το πρωί, στον Ιερό Ναό της Παναγιάς Παντοβασίλισσας Ραφήνας, και τάφηκε στο νεκροταφείο Ραφήνας μεταξύ συγγενών και συναγωνιστών.

Σπύρος Παπαγεωργίου: Ζει και Μάχεται!