Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΑΣΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΑΣΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Με τεταμένη την δεξιά: Σπύρος Σταθόπουλος, ΠΑΡΩΝ!

 


του Σταύρου Λιμποβίση

Την 4η Δεκεμβρίου του 2012 τελέστηκε στο Αγρίνιο παρουσία συγγενών και συναγωνιστών, η εξόδιος ακολουθία και  ταφή του Σπύρου Σταθόπουλου, παλαίμαχου ακτιβιστή εθνικοσοσιαλιστή, κοινωνιολόγου και εγκληματολόγου, ιδρυτή της οργανώσεως «Εθνικός Σύνδεσμος Ελλήνων Σπουδαστών Ιταλίας» - Ε.Σ.Ε.Σ.Ι.», πανεπιστημιακού καθηγητή, διδάκτορα πολιτικών επιστημών του πανεπιστημίου της Νάπολης στην Ιταλία και μορφής του Ελληνικού αλλά και του Ευρωπαϊκού εθνικισμού. 

Καταγόταν από ευκατάστατη μεσοαστική οικογένεια της Ακαρνανίας με σημαντική προσφορά σε εθνικούς και κοινωνικούς αγώνες, τα γράμματα, τις τέχνες και τον αθλητισμό, και στο Αγρίνιο η οικογένεια του έχει συνδέσει το όνομα της με την ποδοσφαιρικό τμήμα της ομάδας «Παναιτωλικός Γυμναστικός Σύλλογος»

Ως μαθητής του εξαταξίου Γυμνασίου στο Αγρίνιο πρωτοστάτησε και συμμετείχε στις εκδηλώσεις και τις μαζικές διαδηλώσεις για το Κυπριακό ζήτημα και συμπαραστάθηκε στον εθνικό απελευθερωτικό αγώνα της αντάρτικης Ε.Ο.Κ.Α. υπό την ηγεσία του Στρατηγού Γεωργίου Γρίβα

Εγκαταστάθηκε στη Ρώμη το φθινόπωρο του 1958 και παρακολούθησε μαθήματα Ιταλικής γλώσσας, ενώ το ακαδημαϊκό έτος 1959 - 60 μετακόμισε στο Παλέρμο της Σικελίας, και γράφτηκε στη μαθηματική σχολή του πολυτεχνείου, όπου παρακολούθησε μαθήματα για τρία χρόνια. 

Το φθινόπωρο του 1963 εγκατέλειψε τη μαθηματική σχολή του Παλέρμο και εγκαταστάθηκε στη Νάπολη της Καμπανίας στη Νότια Ιταλία, όπου σπούδασε στη νομική σχολή του πανεπιστημίου και αποφοίτησε το καλοκαίρι του 1968 ως πτυχιούχος του τμήματος πολιτικών επιστημών. 

Παρακολούθησε μεταπτυχιακά μαθήματα, υπέβαλε διδακτορική διατριβή και το 1970 ανακηρύχθηκε διδάκτορας, στην έδρα των πολιτικών επιστημών της νομικής σχολής του πανεπιστημίου της Νάπολης. 

Στην Ιταλία εξέδωσε και κυκλοφόρησε την εφημερίδα «Αναγέννησις». Το 1974 αμέσως μετά την απόλυση του από τον Ελληνικό Στρατό, δημοσίευσε εργασίες, μελέτες και άρθρα σε εφημερίδες, όπως ο «Ελεύθερος Κόσμος», η «Ακρόπολις», ο «Ελληνικός Κόσμος», αλλά και Ιταλικές όπως στην «Secolo d' Italia». 

Τον Οκτώβριο του 1976 μαζί με ομάδα φίλων και συναγωνιστών από τα χρόνια της Ιταλίας προχώρησε στην έκδοση του πολιτικού ιδεολογικού περιοδικού «Αντισοφιστικά - Νέα Ενιαία Δεξιά», το οποίο χρηματοδότησε εκποιώντας σημαντικό μέρος του μεριδίου του από την πατρική περιουσία. 

Ήταν η πρώτη οργανωμένη μεταπολιτευτική προσπάθεια που απευθύνθηκε στον εθνικιστικό χώρο, ο οποίος προσπαθούσε να βρει τον πολιτικό του βηματισμό, μουδιασμένος από τα αλλεπάλληλα χτυπήματα και τις ραδιουργίες του Καραμανλικού παρακράτους, που ήταν σε απόλυτη σύμπλευση και αρμονική συνεργασία με την αριστερά.

Υπήρξε στέλεχος του νεοφασιστικού «Movimento Sociale Italiano», αλλά και στο θρυλικό  F.U.A.N., (Πανεπιστημιακό Μέτωπο Εθνικιστικής Δράσης), το τμήμα της σπουδάζουσας νεολαίας του κινήματος, έγινε το 1962 ο πρώτος μη Ιταλός που εκλέχθηκε με τους συνδυασμούς της στα Ιταλικά πανεπιστήμια. 

Συνέχισε τη δράση του μέσα από τις γραμμές της «Alleanza Nazionale», της οποίας υπήρξε στέλεχος, ήταν στενός συνεργάτης του Giorgio Almirante, αν και ιδεολογικά ανήκε στην εθνικοεπαναστατική τάση με την ομάδα της «Ordine Nuovo» του λεγόμενου «Μαύρου Γκράμσι» του διανοητή Pino Rauti. 

Ο Σταθόπουλος εκλέχθηκε πρόεδρος του συνδέσμου της «LEGA - Ε.Σ.Ε.Σ.Ι.» του Εθνικού Συνδέσμου Ελλήνων Σπουδαστών και Νέων Επιστημόνων Ιταλίας και Δυτικής Ευρώπης, στις τάξεις του οποίου συντάχθηκαν περίπου 15.000 μέλη. 

Πολλά από τα μέλη της ηγεσίας αλλά και απλά μέλη του Συνδέσμου που δήλωναν Εθνικοσοσιαλιστές και Φασίστες οι λεγόμενοι Έλληνες «Μισίνι» στερήθηκαν - στη διάρκεια του Στρατιωτικού Καθεστώτος της 21ης Απριλίου στην Ελλάδα - της δυνατότητας να δέχονται εμβάσματα σε συνάλλαγμα, είτε τα διαβατήρια τους, καθώς και ταλαιπωρήθηκαν με προσαγωγές, ανακρίσεις, παρακολουθήσεις και απειλές της ασφάλειας μεταξύ τους ο ίδιος ο Σταθόπουλος, όλα αυτά με ευθύνη του Απριλιανού καθεστώτος.

Ο σύνδεσμος είχε εξαπλωθεί σ' ολόκληρη την Δυτική Ευρώπη και για το λόγο αυτό, στο Α' Πανευρωπαϊκό Συνέδριο το 1968, μετετράπη σε «Εθνικό Σύνδεσμο Ελλήνων Σπουδαστών και Νέων Επιστημόνων Δυτικής Ευρώπης». 

Στο βιβλίο του Θεοδώρου Καραμπέτσου «Οι Αντιδραστικοί» υπάρχει αναφορά στον Εθνικό Σύνδεσμο Ελλήνων Σπουδαστών Ιταλίας (ΕΣΕΣΙ) ενώ το βιβλίο «Πού πήγαν κείνα τα παιδιά» του Αλέξανδρου Κουτούζου που αποτελεί το δεύτερο βήμα φωτίζει πολλές άγνωστες πτυχές του κινήματος των Ελλήνων Εθνικιστών που την εποχή εκείνη έδιναν την δική τους σκληρή μάχη στους πανεπιστημιακούς χώρους της γειτονικής Ιταλίας. 

Ο Κουτούζος περιγράφει κυρίως την ιστορία της Εθνικοσοσιαλιστικής τάσης του ΕΣΕΣΙ η οποία υπήρξε αντικείμενο δίωξης και καταστολής από τις αρχές της «χούντας», αφού οι συναγωνιστές φοιτητές είχαν καταλάβει ότι η 21η Απριλίου δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια «παρένθεση» του στρατού πριν την καταστροφική επαναφορά του σάπιου παλαιού πολιτικού κόσμου!

Ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα του βιβλίου είναι το παρακάτω: 

«Λέγεται ότι μέσα στο 1969, δώδεκα χιλιάδες φοιτητές ήταν γραμμένοι στον ΕΣΕΣΙ, οργανωμένοι σε τριάντα τέσσερις τοπικές επιτροπές που αντιστοιχούσαν σε ισάριθμες Ιταλικές πόλεις. 

Δύο πολιτικά ρεύματα αναμετρούνταν μεταξύ τους στο εσωτερικό του συνδέσμου με στόχο να ηγεμονεύσουν στον ιδεολογικό προσανατολισμό: 

από τη μία ήταν το ρεύμα των Εθνικοσοσιαλιστών, με ηγετικό εκπρόσωπο τον Βεντούρη και από την άλλη το ρεύμα των Απριλιανών, των φοιτητών δηλαδή που επιδίωκαν στενή σχέση με την ελληνική χούντα. 

Οι τελευταίοι απολάμβαναν την πολιτική και υλική στήριξη του ελληνικού καθεστώτος.

 Δεν ήταν λίγες, μάλιστα, οι φορές που στρατιωτικά κλιμάκια της Χούντας παρευρέθηκαν σε συνέδρια του ΕΣΕΣΙ. 

Σε ένα από αυτά, που έγινε στη Φεράρα τον Δεκέμβρη του 1969, ο Βεντούρης ενώπιον Ελληνικού και Ιταλικού ακροατηρίου αλλά και διπλωματικής αποστολής από την Ελλάδα θα εκφωνήσει τον παρακάτω λόγο. 

Η νεοφασιστική εφημερίδα του MSI ονόματι Secolo θα τον αναδημοσιεύσει: 

«Είμαστε εθνικοσοσιαλιστές. 

Αυτό ποτέ δεν το αποκρύψαμε γιατί μέσα στο θαύμα της γερμανικής επανάστασης του 1933 είδαμε τη δύναμη εκείνη που θα λυτρώσει την ανθρωπότητα από την εβραϊκή σαπίλα.

 Είδαμε τη δύναμη που θα μας οδηγήσει σε μια νέα ευρωπαϊκή αναγέννηση.

Είδαμε τη φυγή από τον εφιαλτικό βιομηχανικό μαζάνθρωπο σε έναν νέο τύπου ανθρώπου, τον άνθρωπο της φιλοσοφίας και του πολέμου, τον άνθρωπο της γης και του αίματος, τον αγνό, αφελή και βίαιο άνθρωπο του μύθου και των ενστίκτων». 

Η διαφωνία ήταν πλέον δεδομένη με τις πολιτικές επιλογές των Απριλιανών οι οποίοι έδειχναν σημάδια απέραντης καλοσύνης απέναντι στους κύριους καταστροφείς του τόπου ...

«Εκδρομή στην Αθήνα» ονομάστηκε η ιστορική άφιξη 52 νεοφασιστών μια πρωτοβουλία μερίδας των ανωτέρων στελεχών της 21ης Απριλίου, που ήθελαν την «φασιστικοποίηση» του εγχειρήματος σχέδιο στο οποίο αντέδρασε σφόδρα η ηγετική τριανδρία του καθεστώτος. 

Για να καλυφτεί η πραγματική σκοπιμότητα του ταξιδιού, η «εκδρομή» παρουσιάστηκε ως εορταστική προσφορά του καθεστώτος προς τους φοιτητές της Ιταλίας. Την οργάνωση είχε αναλάβει ο Pino Rauti. 

Γνωστός δημοσιογράφος δημοκρατικών απόψεων με πόνο ψυχής ... αναφέρει χαρακτηριστικά: 

«Θυμάμαι ότι μόλις έφτασαν στην Ηγουμενίτσα από το Μπρίντιζι οι νεοφασίστες άνοιξαν αμέσως τις σημαίες τους με τα Φασιστικά σήματα και τις Σβάστικες και επιβιβάστηκαν σε δύο πούλμαν». 

Η πρωτοβουλία αυτή δεν κατέληξε κάπου λόγω αντίδρασης των ΗΠΑ που καθοδηγούσαν έμμεσα την ηγεσία του καθεστώτος και δεν ήθελαν σε καμιά περίπτωση η δικτατορία να εξελιχθεί σε κάτι διαφορετικό και ίσως επικίνδυνο για τα συμφέροντα τους, πλην μιας μελλοντικής αφετηρίας για τη αναζωογόνηση της εξουσιαστικής κλίκας που διαφεντεύει μέχρι και σήμερα τον τόπο. 

Ο ίδιος ο Σταθόπουλος σε μια συνέντευξη του αναφέρει: 

«Την 21η Απριλίου την πιστέψαμε (…) σαν μια πραγματική εθνικιστική Επανάσταση, που πυροδότησε την επαναστατικότητα μας και γιγάντωσε τον εθνικιστικό μας αγώνα, με αποτέλεσμα την συγκρότηση του ΕΣΕΣΙ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι υπήρξε κάποια στήριξη στον αγώνα μας από Ελλάδα. 

Αντίθετα μάλιστα, με την γιγάντωση του κινήματος μας, αντιμετωπίσαμε βρώμικο και ανοιχτό πόλεμο από την πρεσβεία μας και τα προξενεία!». 

Μεγάλης κυκλοφορίας ευρωπαϊκά περιοδικά της εποχής, μεταξύ τους τα «Espresso», «Panorama», «Europeo» αλλά και το Μαρξιστικό «Manifesto», συμπεριλαμβάνουν τον Ε.Σ.Ε.Σ.Ι. μεταξύ των τριών μεγαλυτέρων επαναστατικών κινημάτων της εξεγέρσεως του 1968, ώστε η εθνικίστρια δημοσιογράφος Gianna Preda να γράφει και να προτείνει να γίνει η Ελλάδα η «Κούβα» του Εθνικισμού. 

Ο Σταθόπουλος κατηγορήθηκε μαζί με άλλα εκατό περίπου στελέχη του Ε.Σ.Ε.Σ.Ι. για τη σφαγή της Τράπεζας Εργασίας στο Μιλάνο, μια βομβιστική τρομοκρατική επίθεση, στην οποία υπήρξαν ογδόντα νεκροί και έκτοτε παραμένει δικαστικά ανεξιχνίαστη, ότι ενήργησε δήθεν στα πλαίσιο ενός «...σχεδίου αποσταθεροποιήσεως της Ιταλικής Δημοκρατίας για την επιβολή δικτατορίας». 

Με τη δημιουργία και τη δράση του Ε.Σ.Ε.Σ.Ι. και χάρη στους δεσμούς που είχε αναπτύξει με το νεοφασιστικό M.S.I. κατάφερε να δημιουργήσει στην Ιταλία μια φιλελληνική πολιτική παράταξη, τόσο με το M.S.I. όσο και με τις μετέπειτα ριζοσπαστικές διασπάσεις του, με θέσεις σχεδόν ταυτόσημες με τις ελληνικές. 

Είναι χαρακτηριστικό ότι την εποχή της Τουρκικής εισβολής στην Κύπρο το 1974, δεκάδες μέλη της εθνικιστικής εξωκοινοβουλευτικής οργάνωσης Ordine Nuovo, ζήτησαν να καταταγούν ως εθελοντές στον Ελληνικό Στρατό για να πολεμήσουν στο μέτωπο της Κύπρου ή όπου υπήρχε ανάλογη ανάγκη. 

Η «Αυριανή» αφιέρωσε ολόκληρη σελίδα και πολύ κολακευτικά λόγια για τους πρωταγωνιστές του φοιτητικού Ε.Σ.Ε.Σ.Ι. εντυπωσιασμένοι από την ριζοσπαστική σκέψη και δράση των εθνικοεπαναστατών. 

Το 1968 στη Νάπολη, κατά την διάρκεια του πρώτου πανευρωπαϊκού συνεδρίου του συνδέσμου, ο Σπύρος Σταθόπουλος έπεσε θύμα δολοφονικής απόπειρας και νοσηλεύτηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα στο νοσοκομείο. 

Τον Ιανουάριο του 1976 ο Σύλλογος Ελλήνων Σπουδαστών Νάπολης, πραγματοποίησε πολυήμερη Γενική Συνέλευση, τη «Γενική Συνέλευση Αποχουντοποίησης» όπως ονομάστηκε, η οποία προχώρησε στη δημοσιοποίηση των ονομάτων των «νεοφασιστών» και τη διαγραφή τους από τα μητρώα του, μεταξύ τους και ο Σπύρος Σταθόπουλος. 

Το 1975 ίδρυσε μαζί με συναγωνιστές τον Πατριωτικό Σύνδεσμο Αθηνών «Ιωάννης Καποδίστριας», ενώ το 1977 συντάχθηκε με το κόμμα «Εθνική Παράταξις» και ήταν ένας από τους οργανωτές του στο Αγρίνιο. 

Στην κίνηση της νεολαίας του κόμματος ακολούθησε την ομάδα του Θόδωρου Περρωτή και αποχώρησε από την Εθνική Παράταξη, ενώ στη συνέχεια συνεργάστηκε με την ομάδα «Κίνημα» και πήρε μέρος στην ίδρυση του ΕΝ.Ε.Κ., καθώς και μετέπειτα διαφόρων εθνικιστικών πολιτικών σχηματισμών χωρίς ποτέ να φοβηθεί να διαφωνήσει με τις λάθος επιλογές προσώπων που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο.

Μετά τη συνταξιοδότηση του ο Σταθόπουλος έζησε για αρκετά χρόνια στην Αθήνα και συνέχισε να προσφέρει το σύνολο των πνευματικών και σωματικών του δυνάμεων στην υπόθεση του Εθνικισμού. 

Συνεργαζόταν με τις εκδόσεις «Λόγχη» δημοσιεύοντας πολιτικά και ιδεολογικά άρθρα στην εφημερίδα «Ελεύθερος Κόσμος» καθώς και με το διαδικτυακό ραδιόφωνο της εφημερίδας, τότε «Axis Radio». 

Παράλληλα συμμετείχε σε εκδηλώσεις των εκδόσεων, με ομιλίες και παρουσιάσεις βιβλίων, όπως για τον Μάρτυρα Μίκη Μάντακα και τον Ιταλό φιλόσοφο Ιούλιο Έβολα

Για τον Μίκη Μάντακα έγραψε το ’87: 

«Δώδεκα χρόνια από τον αγωνιστικά και θυσιαστικά ζηλεμένο θάνατο του Παλληκαριού. 

Δώδεκα χρόνια κι είναι χθες για μας τους συναγωνιστές και φίλους του. 

Χθες και πλάι μας, όπως συχνά - πυκνά συνέβαινε τα χρόνια κείνα τα μαχητικά. 

Όπως μπορούσε να ‘ταν οποιοσδήποτε από μας, αφού συχνά - πυκνά και παντού, τότε, στη φλεγόμενη Ιταλία, από την κτηνωδία κι άγρια για αίμα δίψα των "Ερυθρών Ταξιαρχιών", των "Ένοπλων Προλεταριακών Πυρήνων", των "ΑλβανοΜαοικών" και των … δικών μας" αντιστασιακών" στη Νάπολη, στη Ρώμη, στη Μοντένα, στην Πίζα και παντού.

Περνώντας από φωτιά και σίδερο γεμίζαμε, παιδιά της ελληνικής "LEGAS", (Φοιτητικών Εθνικιστικών Συνδέσμων) νοσοκομεία, κλούβες και φυλακές, προσφέροντας έτσι την συμμετοχή και τον φόρο αίματος στην Ιδέα και στον Αγώνα του Ευρωπαϊκού Εθνικισμού». 

Πέθανε στις 2 Δεκεμβρίου 2012, αργά το απόγευμα, περπατώντας στους δρόμους της γενέθλιας πόλης, από ανακοπή καρδιάς που προήλθε από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου.

A noi!

Alessandro Pavolini: Ο τελευταίος ένοπλος ποιητής (https://theostyghskompania.blogspot.com/)

 

Μια εισαγωγή για το βιβλίο "L’ultimo poeta armato" του Massimiliano Soldani

Ο μύθος, από τα πιο αρχαία χρόνια, κρύβει μέσα του μια πρωταρχική και μυστηριώδη δύναμη. Ο μύθος, μέσω συμβόλων και εικόνων, μας μιλά - τεχνικά μάς «αφηγείται» - μας καλεί σε δράση, σε πίστη σ’ ένα αρχέτυπο. Στην περίπτωση του Alessandro Pavolini, η πίστη στο φασισμό. 

Η τέλεια και συμμετρική ταύτιση του γραμματέα του Partito Nazionale Fascista με τον αρχέτυπο μύθο του (τον φασισμό του Sansepolcro, τον αυθεντικό squadristismo των απαρχών) ήταν αυτό που κατέστησε και τον ίδιο μύθο. 

«Μια Ιδέα ζει στην πληρότητα της και δοκιμάζεται στο βάθος της όταν ο θάνατος για χάρη της δεν είναι μεταφορικός όρκος, αλλά καθημερινή πράξη»: έτσι εξέφρασε ο Alessandro Pavolini, με τραγικά συγκινητική πρόζα, την ουσία του φασιστικού ιδανικού, της αταλάντευτης πίστης στο φασισμό, που δεν ήταν τίποτε άλλο από πίστη στον ίδιο τον εαυτό, στην ίδια του τη μοίρα, που ελεύθερα είχε επιλέξει.

Χωρίς να χρειάζεται να επιστρατεύσουμε τον Sorel, είναι πολύ εύκολο να διαπιστώσουμε ότι, ειδικά στη σύγχρονη εποχή, η συμμόρφωση σ’ έναν μύθο, σε μια εικόνα του εαυτού και της κοινότητας, είναι μια κατεξοχήν επαναστατική πράξη. 

Κι αυτό διότι, στη «ρευστή κοινωνία» και στο πλήρως πραγματοποιημένο μηδενισμό, γύρω μας γίνεται αισθητή μια υποδόρια άρνηση απέναντι σε ό,τι είναι Μορφή, σε ό,τι είναι δομημένο, που είναι γλυπτική του εαυτού, που έχει χτιστεί με αυταπάρνηση και μέσα από την καταστροφή του εγωιστικού και μικροαστικού «εγώ» μια άρνηση απέναντι σε ό,τι είναι όμορφο γιατί αυθεντικό, που είναι συγκλονιστικό επειδή, εν τέλει, είναι τρομακτικά αληθινό.

Ακριβώς για αυτόν τον λόγο, δηλαδή για να εξορκίσει την ηλιακή ομορφιά του ενσαρκωμένου και βιωμένου μύθου, η λέξη - κλειδί του ζηλόφθονου αστού έγινε «απομυθοποίηση». Κάτι εντελώς διαφορετικό από την απομυστικοποίηση, η οποία δεν είναι τίποτα άλλο από την αποκάλυψη ενός τεχνητού ψεύδους. 

Όχι, η απομυθοποίηση είναι μια διαδικασία πολύ πιο λεπτή και κατάφωρα δειλή. Συνίσταται, στην τελική, στη συκοφάντηση της αυθεντικότητας, στην καταρράκωση του μεγαλείου και των υψηλότερων κορυφών της ύπαρξης στις αισχρές χαμέρπειες των νάνων ...

Το να είσαι πιστός στον μύθο σου είναι πράγματι το χειρότερο έγκλημα στα μάτια του πολιτικά ορθού αστού, ο οποίος δεν κάνει τίποτα άλλο από το να κηρύσσει τη σύνεση, την λιποταξία, τον πιο καθυστερημένο ατομικισμό. Γι’ αυτό και το αστραφτερό πνεύμα του Pavolini επιχειρήθηκε πολλές φορές να απομυθοποιηθεί. Μάταια όμως, γιατί το βασίλειο των αετών δεν θα μπορέσει ποτέ να είναι το κακαρίζον κοτέτσι τους.

Αλλά πώς μπορούσαν, άλλωστε, να συγχωρήσουν στον Pavolini τον δημιουργό των Littoriali, του Maggio Musicale Fiorentino, των Rassegne d’Arte, της Fiera del Libro, του Teatro Sperimentale dei Guf κ.ά. πώς να συγχωρήσουν σε αυτόν τον άνθρωπο της βαθιάς, εκλεπτυσμένης και ζωντανής κουλτούρας το ότι υπήρξε φασίστας; 

Και ακόμη περισσότερο: πώς να του συγχωρήσουν ότι ενσάρκωσε τόσο πιστά την φασιστική ιδέα ώστε να θυσιαστεί γι’ αυτήν, την ίδια ώρα που όλοι οι άλλοι πρόδιδαν, κρύβονταν, εκπορνεύονταν;

«Οι Brigate Nere πότε εμφανίστηκαν; Όταν οι άλλοι διαλύονταν κι εμείς συναθροιστήκαμε. Άλλοι αφαιρούσαν το διακριτικό και εμείς ξαναφορέσαμε τη μαύρη πουκαμίσα. Άλλοι προσπαθούσαν να ξεχαστούν κι εμείς θυμηθήκαμε. Θυμηθήκαμε τις υποσχέσεις που δώσαμε, τις πίστεις που ορκιστήκαμε, τους συντρόφους που χάσαμε. Εμείς θα θυμόμαστε πάντα». Ιδού, η πίστη στον μύθο και στο ιδανικό σου: αυτό δεν μπορούσαν με τίποτα να του το συγχωρήσουν οι φθονεροί και οι καιροσκόποι.

Σήμερα, η δεύτερη και εκτενώς εμπλουτισμένη έκδοση του L’ultimo poeta armato. Alessandro Pavolini segretario del Pfr (Seb, σελ. 436, €24) του Massimiliano Soldani, που κυκλοφόρησε πρόσφατα πάνω από μια δεκαετία μετά την πρώτη (1999), μας βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα τον μύθο του Alessandro Pavolini.

Το έργο του Soldani, εμπλουτισμένο μάλιστα με μια υπέροχη εισαγωγή του Gabriele Adinolfi, αποτελεί ένα εξαίρετο δείγμα επαρκούς και μη συμμορφωμένης ιστοριογραφίας, που αποφεύγει μια τυπική παγίδα στην οποία συχνά πέφτει ο ποικιλόμορφος χώρος του νεοφασισμού: τη μετατροπή του ιδρυτή των Brigate Nere σε ένα αγιογραφικό εικονίδιο. 

Να θυμόμαστε τον Pavolini μόνο ως τον ήρωα που αντιστέκεται μέχρι τέλους, μέχρι την τελευταία σφαίρα, είναι κι αυτός ένας τρόπος, δηλαδή, να αποδυναμώσουμε τη μορφή του. Γιατί ο Pavolini, πριν από την ύψιστη και ηρωική θυσία, ήταν ένας άνθρωπος που έζησε, που αγωνίστηκε σε όλη του τη ζωή για κάτι απολύτως συγκεκριμένο.

Ο συγγραφέας, πράγματι, χάρη σε μια σπάνια κυριαρχία των πηγών, ανασυνθέτει με ακρίβεια τα πολλά στάδια της πολιτιστικοπολιτικής μάχης του Pavolini, από τα χρόνια του Bargello μέχρι τα τελευταία του μέτρα ως γραμματέας του PNF. Από τις σελίδες του έργου του Soldani, προκύπτει καθαρά ο φασισμός για τον οποίο πάλεψε ο Pavolini.

Όχι ο «φασισμός» των συνοδοιπόρων, των συντηρητικών και των φιλελεύθερων με orbace, αλλά ο φασισμός των πρώτων squadristi, ο φασισμός ως καθολική κουλτούρα, ο κορπορατισμός που επιδιώκει κοινωνική επανάσταση, η κοινωνικοποίηση που εισάγει τους εργάτες στη διαχείριση των επιχειρήσεων: είναι, εν τέλει, ο υπέροχος μουσολινικός φασισμός, κοινωνικός και εθνικός, ο φασισμός ο απέραντος και κόκκινος.

Και ας μην υποτιμάται αυτό το σημείο. Αν για είκοσι χρόνια πολλοί κατασκεύασαν έναν φασισμό στα μέτρα τους, ο Pavolini, αντίθετα, χωρίς βεβαίως να αρνείται τη συζήτηση και την εποικοδομητική κριτική, παρέμεινε πάντα πιστός στον αρχικό και επαναστατικό φασισμό. 

Και αυτό είναι ακόμη σημαντικότερο αν αναλογιστούμε ότι όλοι αυτοί οι διάφοροι «φασισμοί» επέζησαν μεταπολεμικά και εξακολουθούν μέχρι σήμερα να συνυπάρχουν στον λεγόμενο «χώρο» του νεοφασισμού.

Με άλλα λόγια λοιπόν, η εις βάθος γνώση της προσωπικότητας του Pavolini χάρη σε αυτό το βιβλίο μάς βοηθά να μη χάσουμε από τα μάτια μας τον πολικό αστέρα: δηλαδή τον αυθεντικό και γνήσιο φασισμό, εκείνον με τη μαύρη πουκαμίσα. 

Τον φασισμό τον αριστοκρατικό ως λαϊκό, τον αυτοκρατορικό ως εθνικό, τον πολιτισμικό γιατί ενσαρκώνει την δράση. Εκείνον τον φασισμό που υπήρξε πραγματικά η «ποίηση του 20ού αιώνα».

https://theostyghskompania.blogspot.com

BUF: 16 Νοεμβρίου 1896 γεννιέται ο Sir Oswald Mosley (https://anaktisi-mag.gr/)

 

Ο Μόσλεύ εμπνεύσθηκε την “Βρετανική Ένωση Φασιστών” μετά την επίσκεψη του το 1932 στην εθνικιστική Ιταλία όπου γοητεύθηκε από το σύστημα του κορπορατισμού. 

Είχε για σύνθημα το “Η Βρετανία στους Βρετανούς” και σήμα τον κεραυνό, σύμβολο της δράσης. Τα δε μέλη της ντυνόταν στα μαύρα, όπως οι Ιταλοί Μελανοχίτωνες. 

Όμως ο φασισμός του Μόσλεϋ ήταν μια καθαρά δικιά του σύνθεση, όπου θα ένωνε όλα τα στοιχεία που τον ήδη τον χαρακτήριζαν ως πολιτικό και ως άτομο από την στιγμή που πολέμησε στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την περίοδο που υπήρξε βουλευτής πρώτα του Συντηρητικού και μετέπειτα του Εργατικού Κόμματος

για να διαβάσετε ολόκληρο το άρθρο εδώ ...

Ο Δικός μας Νοέμβρης: Έλληνες Επίστρατοι, τα Ελληνικά Freikorps!


γράφει ο Σταύρος Λιμποβίσης

Στα μέσα του Νοέμβρη του 1916  ξεκίνησε στην Αθήνα ένας ορυμαγδός αντίστασης που έμεινε στην Ιστορία ως «Νοεμβριανά». 

Είχε προηγηθεί η απόβαση στον Πειραιά  δυνάμεων της Αντάντ (Αγγλικών, Γαλλικών και Ιταλικών) και αιματηρές συγκρούσεις με τις ελληνικές μοναρχικές λαϊκές «πρωτοφασιστικές» πολιτοφυλακές. 

Πρωταγωνιστές ήταν  οι θρυλικοί Επίστρατοι (για την ακρίβεια τα ελληνικά «Τάγματα Εφόδου») που αποτέλεσαν το πρώτο μαζικό «πρωτοφασιστικό» λαϊκό κίνημα στην Ελλάδα. 

Η οργάνωση των Επιστράτων έμοιαζε σε πολλά με τα ανάλογα εθνικιστικά κινήματα που δρούσαν στην Ιταλία, τη Γερμανία και την Αυστρία. Όμως  οργανώσεις και κινήσεις με εθνικιστική και αντικοινοβουλευτική ιδεολογία που αποτέλεσαν τους προδρόμους του Ελληνικού Φασισμού υπήρχαν ήδη από τα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα. 

Μέσα σ’ αυτές ξεχωριστή θέση είχε η κίνηση «Ελληνισμός» επικεφαλής της οποίας ήταν ο καθηγητής Φιλοσοφίας πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών Νεοκλής Καζάζης (1849-1936). 

Η κίνηση αυτή άσκησε  τόσο πολιτική όσο και ιδεολογική επιρροή έως και τις παραμονές των Βαλκανικών Πολέμων του 1912-1913. Μέσα από το περιοδικό «Ελληνισμός» ο Καζάζης προπαγάνδιζε όχι μόνο τον αλυτρωτισμό με  τα «εθνικά δίκαια» στη Μακεδονία, τη Θράκη και την Κρήτη αλλά και την ανάγκη ενός ισχυρού κράτους με ένα ισχυρό ηγέτη. 

Δεν πρέπει να ξεχνάμε επίσης τον προδρομικό ρόλο που έπαιξαν στη διαμόρφωση του Ελληνικού Φασισμού ο Περικλής Γιαννόπουλος και ο Ίων Δραγούμης και οι δύο επηρεασμένοι από τις ιδέες των Γάλλων θεωρητικών Σαρλ Μωρράς και Μωρίς Μπαρρές, οι εθνικιστικές ιδέες των οποίων άσκησαν μεγάλη επιρροή σε όλο το πρώτο μισό  του 20ου αιώνα. 

"Ίων Δραγούμης ο Έλλην Ιδεαλιστής":

 Συγγραφέας του βιβλίου ο Εθνικοσοσιαλιστής Πέτρος Ωρολογάς.

 Εκδόθηκε το 2017 από τον Θρακικό Οιωνό. 

Επιμέλεια και εισαγωγή του συναγωνιστή Αθανασίου Γιαλαμά.

Και οι δυο Έλληνες διανοητές - προς φρίκη προσώπων του «χώρου» - υπήρξαν αντικείμενο θαυμασμού και μελέτης από την γνωστή Εθνικοσοσιαλίστρια και οπαδό του Αδόλφου Χίτλερ Savitri Devi αλλά και από συμπατριώτες μας που στήριξαν στον πόλεμο την πολεμική προσπάθεια του «Άξονα» όπως οι Πέτρος Ωρολογάς, Ευάγγελος Κυριάκης και Σπύρος Μελάς. 

Από την πλευρά των Βενιζελικών ο ιστορικός Γεώργιος Βεντήρης γράφει για τον χαρακτήρα των κινήσεων των Επιστράτων: «Παρουσιάζουν αναλογίας με τον ιταλικόν φασισμόν, του οποίου προεπορεύθησαν, προς τους Γερμανούς μοναρχικούς ή τους εθνικόφρονας σοσιαλιστάς. Αλλ’ αι ομοιότητες περιορίζονται εις την μέθοδον της ενέργειας και τον αντιδημοκρατικόν χαρακτήρα των διαφόρων τούτων κινήσεων. 

Διότι η δράσις των Ελλήνων επιστράτων δεν ανταπεκρίνετο εις οικονομικάς ανάγκας ή εθνικούς σκοπούς μιας ωρισμένης ομογενούς τάξεως, όπως συμβαίνει εις Ιταλίαν και Γερμανίαν. Αυτή είναι η πρωτοτυπία των, εις τούτο δε πρέπει να αποδοθή ο αναρχικός χαρακτήρ και η σχετικώς σύντομος ζωή των επιστράτων». 

Σύμφωνα με τον Γ.Θ. Μαυρογορδάτο («Εθνικός Διχασμός και μαζική οργάνωση. Οι επίστρατοι του 1916», σ. 34-36, Αλεξάνδρεια 1996) η συγγένεια των Επιστράτων με τα πρωτοφασιστικά και φασιστικά κινήματα που συναντάμε σε άλλες χώρες, και ειδικότερα τον Ιταλικό Φασισμό και τον Γερμανικό Εθνικοσοσιαλισμό είναι εμφανής. Γι αυτό και μπορούμε να μιλάμε για «ένα φασισμό προδρομικό αλλά ατελή». 

Επιφανείς υποστηρικτές και σε κάποιες περιπτώσεις ηγέτες των Επιστράτων ήταν ο Στρατηγός Ιωάννης Μεταξάς, ο Στρατηγός Αναστάσιος Παπούλας, ο Συνταγματάρχης και μετέπειτα Υποστράτηγος Ιπποκράτης Παπαβασιλείου, ο Γεώργιος Τσόντος Βάρδας γνωστός ως Καπετάν Βάρδας, ο Στρατηγός Βίκτωρ Δούσμανης και ο ιδρυτής του μετέπειτα Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος Σπυρίδων Μερκούρης θείος της γνωστής Μελίνας ...

Συνολικά ιδρύθηκαν περίπου τετρακόσιοι τοπικοί σύλλογοι ενώ ο αριθμός των μελών τους προσεγγίζει αρχικά τις 100.000. Στην Πελοπόννησο, δημιουργήθηκαν μετά την αποστράτευση αρκετοί Σύνδεσμοι Επιστράτων, όπως: Αιγίου, Πάτρας, Αχαΐας, Λανθίου (Ηλεία), Λεχαινών, Πύργου, Αμαλιάδας, Καλαμάτας και άλλοι, ενώ στην Αργολίδα, εντοπίζονται πέντε Σύνδεσμοι Επιστράτων: Ναυπλίου, Ασίνης, Άργους, Καρυάς και Κάτω Μπέλεσι (σημερινή Λυρκεία, που ανήκει στο Δήμο Άργους-Μυκηνών). 

Στα Τρίκαλα τα μέλη του συνδέσμου Επιστράτων ανέρχονταν σε χιλιάδες ενώ σύνδεσμοι ιδρύθηκαν σε πολλά χωριά του νομού, τόσο στον κάμπο όσο και στα ορεινά. 

Ο Σύνδεσμος Επιστράτων διέθετε επιτροπές στην Κοζάνη, στα Γρεβενά και στην Κατερίνη δεν καταγράφεται, όμως, επιτροπή στις πόλεις της κεντρικής Μακεδονίας, στη Βέροια, τη Νάουσα ή την Έδεσσα. 

Εργάτες και αγρότες ήταν η πλειοψηφική μάζα που πλαισίωσε τους Επιστράτους απέναντι στην μεγαλοαστική πολιτική του Βενιζέλου και στην υποταγή του στο διεθνοποιημένο κεφάλαιο των «Λεβαντινών» της διασποράς. Αυτό τον κοινωνικό χαρακτήρα των Επιστράτων αποδέχεται η Αριστερά που με μεγάλη αμηχανία αναγνώρισε ακριβώς αυτό, τον λαϊκό χαρακτήρα των Συνδέσμων. 

Ο γνωστός Μαρξιστής θεωρητικός Σεραφείμ Μάξιμος, μέχρι το 1927 μέλος του Πολιτικού Γραφείου και κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του Κ.Κ.Ε., γράφει: «Η σύγκρουση δυο αστικών μερίδων εξελίχθηκε σε σύγκρουση τάξεων, κατά την οποία τα κοινωνικώς καταπιεζόμενα στρώματα σηκώσανε την αντιβενιζελική σημαία ως σύμβολο αγώνος κατά του κεφαλαίου» και επίσης ότι: «η μικροαστική και εργατική μάζα αντέταξε ένα κοινό μέτωπο με τη μοναρχία κατά του λιμπεραλισμού». 

Από την πλευρά του ο ιδρυτής του ΣΕΚΕ Αβραάμ Μπεναρόγια λυπόταν γιατί: «Η μικροαστική επιπολαιότητα παρέσυρε και την εργατικήν μάζαν» (…) 

«Με την ανακήρυξιν της Δημοκρατίας θα γίνωμεν απλούστατα λαός άνευ ιδέας, η νόθος και έκφυλος φωνή της Ανθρωπότητος και οι Ισραηλίται των Εθνών!», αναφέρεται σε ένα κείμενο των Επιστράτων τον Οκτώβριο του 1916. 

Σύμφωνα με την διήγηση Γάλλου διπλωμάτη που υπηρετούσε τότε στην Ελλάδα: « θηναϊκ κοινωνία χωρίζεται σ βενιζελικος κα ντιβενιζελικούς· κα εναι εκολο ν τος ξεχωρίσει κανείς: Ο βενιζελικο εναι κομψ ντυμένοι, πειδ εναι πλούσιοι· ο βασιλόφρονες κακοντυμένοι, γιατ εναι φτωχοί». 

Γράφει λοιπόν ο Βάρναλης με το δικό του τρόπο για τον πολέμαρχο των Επιστράτων τον Σαγιά και την κάθοδο των Ελλήνων Αρβανιτών - που υπήρξαν σκληροί πολεμιστές, αγροτοκτηνοτρόφοι και φυσικά φανατικοί αντικομμουνιστές και μοναρχικοί για δεκαετίες και το πλήρωσαν με επιθέσεις από τον Βενιζέλο μέχρι τον ΕΛΑΣ - από τα Μεσόγεια στην Αθήνα («Φιλολογικά απομνημονεύματα», σ. 198,199, Κέδρος, Αθήνα 1980): 

«Έτσι πάνου - κάτου μίλησε ο Σαγιάς. Και φανάτισε το πλήθος. Ύστερα μπήκε στο αυτοκίνητο με την παρέα του κι έφυγε να πάει και στ’ άλλα χωριά να πει τα ίδια: στα Καλύβια, στο Μαρκόπουλο, στο Κορωπί, στο Λιόπεσι. 

Την άλλη μέρα, από τα χαράματα, οι επίστρατοι όλων των χωριών με τους προέδρους των και με στρατιωτικό αρχηγό τον έφεδρο ανθυπασπιστή Μέγγουλη από την Κερατιά, κατεβήκανε στους σταθμούς και παίρνανε το τραίνο (καμιά εφτακοσαριά το όλο) για την Αθήνα. 

Τη νύχτα η Αθήνα παρουσίαζε την όψη πολιορκημένης πολιτείας. Στην Ομόνοια, στην οδό Σταδίου κ.τ.λ. ανεβοκατεβαίνανε ατελείωτες περιπολίες Επιστράτων με βάδισμα αργό και με πολύ σοβαρό ύφος. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά και μύριζε μπαρούτι». 

Η αποκαλούμενη «Μάχη των Αθηνών» διήρκησε συνολικά ένα εικοσιτετράωρο, από τα ξημερώματα της Παρασκευής έως τα ξημερώματα του Σαββάτου (18-19 Νοεμβρίου/1-2 Δεκεμβρίου 1916). 

Στη διάρκεια τους βρέθηκαν αντιμέτωποι περίπου 3.000 Αγγλογάλλοι επικουρούμενοι από ελάχιστους Ιταλούς και ο τακτικός στρατός και οι δυναμικότερες ομάδες «Επιστράτων». 

Οι Ελληνικές δυνάμεις φέρονται αποφασισμένες να σταματήσουν την συμμαχική απόβαση και βρίσκονται οχυρωμένες σε κομβικές θέσεις, με το δάχτυλο στη σκανδάλη. 

Με διαταγή του αντιστρατήγου Καλλάρη τέσσερα τάγματα του Ελληνικού Στρατού είχαν καταλάβει τις στρατιωτικές αποθήκες και ορισμένες νευραλγικές θέσεις στην πόλη της Αθήνας ενώ οι υπόλοιπες δυνάμεις είχαν συγκεντρωθεί στα περίχωρα, όπως στο πυριτιδοποιείο στην Ιερά Οδό, στο Βοτανικό Κήπο πλησίον της Μονής Δαφνίου, στο στρατόπεδο του Ρουφ, στο Αστεροσκοπείο, καθώς και στους λόφους Φιλοπάππου και Αρδηττού. 

Τρεις φάλαγγες Γάλλων και Βρετανών, αλλά και κάποιοι Ιταλοί, οδεύουν προς την Αθήνα σε προκαθορισμένα σημεία: η μια μονάδα ανέβηκε τη λεωφόρο Συγγρού, η άλλη την Πειραιώς και η τρίτη «διά της οδού του Ελαιώνος», η σημερινή οδός Πέτρου Ράλλη. 

Σύντομα τα στρατεύματα της Αντάντ, Άγγλοι, Γάλλοι και Ιταλοί αποβιβάζονται στον Πειραιά και βαδίζουν προς την Αθήνα, όπου κατέλαβαν τους στρατώνες στο Ρουφ, καίρια σημεία στην πόλη και το Ζάππειο, όμως συνάντησαν ισχυρή αντίσταση από στρατιωτικά τμήματα και τους χιλιάδες Επίστρατους. 

Οι Ελληνικές δυνάμεις διοικούμενες από τον αντιστράτηγο Κωνσταντίνο Καλλάρη απέκρουσαν τον εχθρό. Οι μάχες άρχισαν στο Στρατόπεδο Ρουφ γύρω στις 11:30 το πρωί, μετά στο Γκαζοχώρι, στη γέφυρα Πουλοπούλου και κατόπιν στο πεδίον του Άρεως, στο Αστεροσκοπείο, στου Φιλοπάππου, στο Ζάππειο και στην Ακρόπολη. Βομβαρδίστηκαν επίσης αποθήκες όπλων στα Λιόσια, το Παγκράτι αλλά και τα ίδια τα ανάκτορα από τα αγκυροβολημένα στο Φάληρο συμμαχικά πλοία, προκαλώντας μεγάλης έκτασης φθορές. 

Οι Αγγλογάλλοι προσπάθησαν μάταια να καταλάβουν κεντρικά σημεία σημεία των Αθηνών, στρατιωτικές αποθήκες και αυτό ακόμα το παλάτι, όμως αποκρούσθηκαν με πολλές απώλειες για τους ίδιους στην ευρύτερη περιοχή του Φιλοπάππου και αναγκάστηκαν να επιστρέψουν ατάκτως και με σκυμμένο το κεφάλι στον Πειραιά.  

Τα συμμαχικά πλοία ξεκινούν βομβαρδισμό και η πόλη δέχεται μαζικά πυρά. Στις εχθροπραξίες συμμετείχαν και οπαδοί του Βενιζέλου που έχοντας καταλάβει θέσεις σε οικίες, μπαλκόνια και στέγες, έβαλλαν κατά των Ελλήνων στρατιωτών. 

Η ανάμειξη τους ήταν τέτοιας εκτάσεως, που ο ναύαρχος du Fournet έγραψε στα απομνημονεύματα του ότι τα στρατεύματά του είχαν εμπλακεί σε μια εμφύλια σύρραξη. 

Μετά την επικράτηση τους οι Επίστρατοι στράφηκαν κατά των Βενιζελικών και επί δύο μέρες επιδόθηκαν σε προσπάθειες να απομακρύνουν από την Αθήνα και την επαρχία τους «βενιζελικούς προδότας» και τους «πράκτορας της Αντάντ»

Έγιναν έρευνες σε σπίτια γνωστών οπαδών του Βενιζέλου αλλά και στο σπίτι του ίδιου όπου ανακαλύφθηκε ολόκληρο οπλοστάσιο: 4 πολυβόλα, 170 τυφέκια, 60 περίστροφα, 4.500 σφαίρες, μασούρια δυναμίτιδος, χαλύβδινοι θώρακες και δημοκρατικά σήματα αναγνωρίσεως, «ολόκληρο οπλοστάσιο προοριζόμενο για εμφύλιο πόλεμο». 

Το ίδιο κιόλας βράδυ, ο Κωνσταντίνος συμφωνεί με τους πρεσβευτές της Αντάντ και ο βομβαρδισμός σταματά. Ακολουθεί η παράδοση των αιχμαλώτων που είχαν συλλάβει οι αντιμαχόμενοι μεταξύ των οποίων και ο ίδιος ο ναύαρχος Νταρτίζ ντε Φουρνέ που είχε περικυκλωθεί στο Ζάππειο επί κεφαλής αγήματος διακοσίων Γάλλων ναυτών.

Η αιχμαλωσία του αποτέλεσε σημείο σημαντικής τριβής για την οποία μνησικακούσαν οι Γάλλοι που θεωρούσαν ότι είχε θιγεί η εθνική τους αξιοπρέπεια εξαιτίας του συμβιβασμού που αναγκάστηκαν να κάνουν. 

Ως απάντηση στα γεγονότα τις 18ης Νοεμβρίου οι δυνάμεις της Αντάντ επέβαλαν γενικό αποκλεισμό στα νησιά και στα λιμάνια της Ελλάδος που παρέλυσε την αγορά και ο λαός υπέφερε από την πείνα και τη στέρηση αγαθών. 

Το κίνημα των Επιστράτων εξέφρασε την πλήρη και σχεδόν καθολική αντίσταση του μεγαλύτερου τμήματος του Ελληνικού λαού εναντίον της ξενικής επιβολής, αλλά και διατράνωσε την πίστη ότι η Ελλάδα και το Έθνος πρέπει να είναι ανεξάρτητα και κραταιά, χωρίς καμιά εξάρτηση από κανέναν ξένο παράγοντα. 

Οι Επίστρατοι αναχαίτισαν τα εχθρικά στρατεύματα στα μικρής χρονικής διάρκειας γεγονότα, που ήταν μια θρασύτατη επιθετική ενέργεια κατά της Ελλάδος, γεγονός το οποίο χαιρετίστηκε ως θρίαμβος του Ελληνικού στρατού αλλά και του απλού λαού σε βάρος των Μεγάλων Δυνάμεων. 

Η τότε Κυβέρνηση είχε υποσχεθεί την ανέγερση μνημείου για τους πεσόντες Επιστράτους, όμως η κατάληψη της εξουσίας από τον Βενιζέλο με τις ευλογίες των Γάλλων, ακύρωσε την ανέγερση του!

Το 2012 ο ιστορικός Δημήτρης Μιχαλόπουλος δημοσίευσε βιβλίο που αναφέρεται διεξοδικά στην υπόθεση του Συνδέσμου Επιστράτων, και παραθέτει συγκλονιστικές λεπτομέρειες από επίσημες πηγές της εποχής. 

Οι Επίστρατοι, ακόμη και στη Θεσσαλονίκη εκεί που η εξουσία των Βενιζελικών ήταν απόλυτη, αντιστάθηκαν στον Βενιζέλο και τους ξένους προστάτες του. Στη Σκιάθο οι Επίστρατοι απέκρουσαν δια των όπλων την προσπάθεια αγήματος Βρετανικού πλοίου να αποβιβασθούν και να καταλάβουν το νησί ενώ ο λαός τους υποστήριξε κραυγάζοντας το σύνθημα: «Δεν θέλουμε ψωμί! Ζήτω η Ελλάς!». 

Στο Λιανοκλάδι, κοντά στη Λαμία, οι Επίστρατοι ακινητοποίησαν αμαξοστοιχίες που ταξίδευαν μεταφέροντας συμμαχικά στρατεύματα στην Πελοπόννησο. Στην ύπαιθρο χώρα οι βιασμοί κοριτσιών και οι απαγωγές ομήρων από τα στρατεύματα της Αντάντ και τους άτακτους του Βενιζέλου ήταν καθημερινότητα και τα σχετικά επεισόδια ήταν συνήθη. 

Ανάλογα περιστατικά ήταν καθημερινότητα στη δυτική Μακεδονία, ειδικότερα στην περιοχή των Γρεβενών και της Κοζάνης, όπου μάλιστα επειδή οι ντόπιες γυναίκες φάνηκαν απρόθυμες να ικανοποιήσουν τις σεξουαλικές ανάγκες Γάλλων στρατιωτικών εκδόθηκε διαταγή (!) να επιλεγούν από τους κατά τόπους κοινοτάρχες άπορες κοπέλες προκειμένου να δημιουργήσουν πορνεία για τα συμμαχικά στρατεύματα στη Μακεδονία. 

Στο νησί της Νάξου οι κάτοικοι της Απειράνθου, όπου ήταν το σημαντικότερο σημείο των υποστηρικτών των Επιστράτων οπλισμένοι με δυναμίτες, αρνήθηκαν ν’ αναγνωρίσουν τον Βενιζέλο κι αντιπρότειναν να παραμείνουν αυτόνομοι απ’ οποιασδήποτε κυβέρνηση. Επικεφαλής των Επιστράτων της Νάξου ήταν ο παλιός Μακεδονομάχος μόνιμος αξιωματικός και βουλευτής Μανώλης Δερλερές. 

Την καθυπόταξη τους ανέλαβε ένα Βενιζελικό μικτό απόσπασμα, υπό τις διαταγές του Υπολοχαγού Δημητρίου Σαμαρτζή, στο οποίο συμμετείχαν στρατιώτες και Κρήτες χωροφύλακες. Αρχικά, το τορπιλοβόλο «Θέτις» έριξε δύο προειδοποιητικές βολές, χωρίς κάποιο αποτέλεσμα. Ακολούθησαν από τους άνδρες του Σαμαρτζή από απόσταση 80 βημάτων πυρά προς το συγκεντρωμένο πλήθος, τα οποία διήρκεσαν περίπου 15 λεπτά. Στη συνέχεια, ο στρατός του Βενιζέλου έκανε έφοδο στο χωριό, συνέχισε τις βιαιότητες έναντι των αμάχων και λεηλάτησε περιουσίες. 

Μετά από προτροπή του παπά Φραγκίσκου, του ιερέα της Απειράνθου, οι κάτοικοι του χωριού σήκωσαν λευκές σημαίες. Το απόσπασμα έπνιξε στο αίμα το χωριό με πολυβόλα και ξιφολόγχες, στις 5 Ιανουαρίου 1917, σκοτώνοντας 32 πολίτες, 12 γυναίκες μεταξύ τους και κάποιες σε εγκυμοσύνη, 4 υπερήλικες, 5 ανήλικους και 11 άνδρες με ριπές πολυβόλου ενώ υπήρξαν και 44 τραυματίες, εκ των οποίων οι 15 έμειναν ανάπηροι. 

Μετά τη σφαγή, 120 κάτοικοι αναγκάστηκαν με την απειλή των όπλων να περισυλλέξουν τα πτώματα και να τα θάψουν χωρίς κάποια τελετή έξω από το νεκροταφείο του χωριού ενώ ακολούθως φυλακίστηκαν πολλοί από αυτούς ώσπου να υπογράψουν δήλωση προσχωρήσεως στην «Εθνική Άμυνα». 

Λέγεται πως ο ίδιος ο Βενιζέλος τηλεγράφησε στις 7 Ιανουαρίου στον στρατιωτικό διοικητή Κυκλάδων να στείλει στρατιωτικές ενισχύσεις στην περιοχή, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι Επίστρατοι της Νάξου, κλείνοντας με τη φράση «Μη φεισθήτε ουδενός». Οι εκτελέσεις αντιφρονούντων και υπόπτων ήταν στην ημερήσια διάταξη σε όλη την έκταση της χώρας την οποία δεν ήλεγχαν οι οπαδοί του Βενιζέλου, αν και δεν είχαν την έκταση της Σφαγής στην Απείρανθο. 

Μετά την κατάληψη στις Κυκλάδες δημιουργήθηκε το 10ο Σύνταγμα Πεζικού υπό τον Ταγματάρχη Αλέξανδρο Οθωναίο, και κλήθηκαν προκειμένου να το στελεχώσουν περισσότεροι από 1.500 κληρωτοί του 1916 από τους οποίους παρουσιάστηκαν περίπου 300 ενώ οι υπόλοιποι δημιούργησαν ομάδες ανταρτών στα ορεινά της Νάξου κι άλλοι πέρασαν στην Εύβοια με τελικό προορισμό την Αθήνα. 

Ένα από τα πλέον σημαντικά στρατιωτικά παρεπόμενα και επιμελώς παραλειπόμενα εκείνης της περιόδου, το οποίο έχει σχέση με την δράση των Επιστράτων, είναι η μάχη που δόθηκε τον Μάιο του 1917, γνωστή σήμερα ως «Μάχη της Σημαίας», στην περιοχή της Λάρισας. 

Στην πόλη είχε την έδρα της η Ι Ελληνική Μεραρχία με διοικητή τον Υποστράτηγο Ανδρέα Μπαΐραμε το 4ο Σύνταγμα Πεζικού και το 1/38 Τάγμα Ευζώνων. Όλοι οι άνδρες του Συντάγματος ακολουθούμενοι από 100 ακόμη οπλίτες της Μεραρχίας προσπάθησαν να διαφύγουν ένοπλοι με την σημαία τους προς την Λαμία ώστε να αποφύγουν τον εξευτελισμό. 

Η μάχη της σημαίας έλαβε χώρα μεταξύ τμήματος του 1/38 Ευζωνικού Τάγματος και Γάλλων λογχοφόρων από τις αποικίες στη θέση «Μεζούρλο», λίγο έξω από την Λάρισα, απέναντι από το σημερινό Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο και μεταξύ της οδού Λάρισας - Καρδίτσας και των σιδηροδρομικών γραμμών, οι διαφυγόντες Έλληνες στρατιώτες κυκλώθηκαν από πολλαπλάσιες δυνάμεις αποικιακών μονάδων και συγκεκριμένα Μαροκινών σπαχήδων (ιππέων) και Σενεγαλέζων πεζών σε απόλυτα ανοικτό πεδίο. 

Αρνούμενοι να παραδοθούν, στον εχθρό υπερασπίστηκαν σε μια τρίωρη σκληρή μάχη την τιμή και την σημαία τους. Ο Γάλλος στρατηγός έστειλε το ιππικό των Μαροκινών Σπαχήδων να τους καταδιώξει. Έξι χιλιόμετρα αργότερα οι Έλληνες κυκλώθηκαν κι όταν τους ζητήθηκε να παραδοθούν, αρνήθηκαν με πείσμα. 

Οι απώλειες κυρίως της Ελληνικής πλευράς, όπως περιγράφονται στις εφημερίδες της εποχής, υπήρξαν βαριές. Στην μάχη των πεζών εναντίον του Γαλλικού ιππικού - σε ανοιχτό πεδίο αυτή τη φορά - οι Έλληνες μέτρησαν 59 αξιωματικούς και στρατιώτες νεκρούς όλους με φοβερούς σπαθισμούς. Οι Γάλλοι είχαν 2 αξιωματικούς και 7 στρατιώτες τραυματίες. Επί τόπου συνελήφθησαν 49 Έλληνες αξιωματικοί και 269 Έλληνες στρατιώτες. 

Οι Εύζωνες χρησιμοποιήθηκαν από τους Γάλλους για αγγαρείες και έργα οδοποιίας στο Λιτόχωρο, ενώ οι αξιωματικοί οδηγήθηκαν και κρατήθηκαν σε παλαιούς Τουρκικούς στρατώνες στην Κατερίνη. 

Οι Γάλλοι ονόμασαν «Δεκεμβριανά» ή η «ενέδρα της Αθήνας» την ήττα τους  τα «Νοεμβριανά του 1916». 

Οι Επίστρατοι στο σύνολο τους είχαν πολεμήσει στους Βαλκανικούς πολέμους κι οι περισσότεροι ε από βετεράνοι, ήταν έμπειροι και σκληροτράχηλοι πολεμιστές που δεν μπορούν να χαρακτηριστούν κολαούζοι του Βασιλιά και πολύ περισσότερο προδότες, παρά θύματα της βίας των Βενιζελικών και της πολιτικής τους να διαιρέσουν και να διχάσουν την χώρα.

Ramiro Ledesma Ramos, Επαναστάτης και Φιλόσοφος (του Κωνσταντίνου Μποβιάτσου)

 

του Κωνσταντίνου Μποβιάτσου

Μεταξύ των διάφορων Φασιστών ηγετών που εμφανίστηκαν σχεδόν παντού στην Ευρώπη μεταξύ των δύο πολέμων, η φιγούρα του Ισπανού Ramiro Ledesma Ramos, δεν έχει προκαλέσει ποτέ μεγάλο ενδιαφέρον στους ιστορικούς, τουλάχιστον από αυτή την πλευρά των Πυρηναίων. 

Οι λόγοι είναι προφανείς: είναι ένας ηγέτης που όχι μόνο δεν ανέβηκε ποτέ στην εξουσία, αλλά που ακόμα και στο δικό του περιβάλλον έπρεπε να ζήσει με διάφορες άλλες, περισσότερο ή λιγότερο χαρισματικές φιγούρες, σκεφτείτε μόνο τον José Antonio Primo de Rivera και τον Onesimo Redondo, αλλά και ηγέτες που προέρχονται από τον στρατιωτικό και κληρικο - αντιδραστικό κόσμο, όπως ο ίδιος ο Francisco Franco. 

Συνολικά, η Juntas de ofensiva nacional - sindicalista που ιδρύθηκε από τον Ledesma δεν είχε ποτέ μαζικούς οπαδούς, ούτε ο ηγέτης Zamorano (γεννήθηκε στο Alfaraz de Sayago, στην επαρχία Zamora, το 1905) είχε ποτέ ρητορικό ταλέντο ή οργανωτική ιδιοφυΐα ίσα με αυτή του Μουσολίνι και του Χίτλερ

για να διαβάσετε ολόκληρο το άρθρο εδώ ...

Οι ομοιότητες ανάμεσα στην ΕΟΝ και την Ustaša: «Γιατί χαίρεται ο κόσμος και χαμογελάει, πατέρα;»/«Za Dom, Spremni!»

 






Η Κροατία περηφανεύεται για την πολιτιστική, καλλιτεχνική και επιστημονική συνεισφορά της στον κόσμο καθώς και για την κουζίνα, τα κρασιά και τα αθλητικά της επιτεύγματα.

 Πολλοί συμπατριώτες μας έμαθαν για την χώρα αυτή λόγω των ποδοσφαιριστών της ... όμως για τους Έλληνες «φασίστες» η Κροατία πάντα ήταν ένας «προμαχώνας» ενάντια στους Οθωμανούς, «κάστρο» των αντιδημοκρατικών ιδεών που όπου οι μαχητές της έκαναν αίσθηση για τον φανατισμό τους στα πεδία των μαχών στο πλευρό του Άξονα μέχρι τον αιματηρό εμφύλιο της Γιουγκοσλαβίας.

Η Κροατία ήρθε και πάλι στο προσκήνιο μετά το πρόσφατο ατυχές συμβάν έξω από το γήπεδο της ΑΕΚ όπου ένας οπαδός της βρήκε τον θάνατο σε συμπλοκή με τους Κροάτες «Ultras» η πλειοψηφία των οποίων δεν το κρύβουν ότι είναι εθνικιστές και εγγόνια μελών των Ustaše.


BBB

Αίσθηση είχε προκαλέσει τον Σεπτέμβριο του 2022 η παρέλαση 4 χιλιάδων Bad Blue Boys στην καρδιά του Μιλάνου με χαιρετισμούς, λίγες ώρες πριν από τη σέντρα του αγώνα Μίλαν - Ντίναμο Ζάγκρεμπ.

Για τους Κροάτες εθνικιστές/φασίστες υπήρξαν αναφορές σε έντυπα της πάλαι ποτέ Εθνικοσοσιαλιστικής «Χρυσής Αυγής» όπως μπορείτε να δείτε εδώ, 

ενώ εδώ και χρόνια υπάρχουν επαφές Ελλήνων με Κροάτες, όχι μόνο μέσω των «Bad Blue Boys» όπως διαδίδουν πολλοί αλλά και με Αυτόνομους συναγωνιστές που επισκέπτονται την χώρα για ροκ συναυλίες και δυναμικές πορείες. 

Μια πρόσφατη συναυλία του Thompson προκάλεσε τον πανικό των δημοκρατών αφού προσέλκυσε σύμφωνα με εκτιμήσεις 500.000 άτομα ...



    Αυτόνομη συντακτική ομάδα έχει φιλοξενήσει συνέντευξη Κροατών της οργάνωσης «Prevrat» την οποία μπορείτε να διαβάσετε εδώ γεγονός που προκάλεσε αντιδράσεις.

Η ιδεολογία του Κροατικού κινήματος τους ήταν ένας συνδυασμός Φασισμού, Καθολικισμού και Εθνικισμού με εφαρμογή του Κορπορατισμού στην οικονομία. Το όνομα που δίνεται από τους σύγχρονους ιστορικούς σε αυτή τη συγκεκριμένη πτυχή της ιδεολογίας είναι ο «εθνικός καθολικισμός».

Η Μάχη της Πολιάνα, μεταξύ μιας μικτής φάλαγγας Γερμανών και Κροατών και μιας δύναμης Παρτιζάνων, ήταν η τελευταία μάχη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου σε ευρωπαϊκό έδαφος ενώ οι χιλιάδες επιζώντες έπεσαν στην συνέχεια θύματα ομαδικών σφαγών με δράστες τους υποστηρικτές του Τίτο, μια ακόμη άγνωστη πτυχή της ιστορίας.

Τέλος να σημειωθεί ότι Κροάτες ιστορικοί θεωρούν δεδομένη και σημαντική την επίδραση του ελληνικού πολιτισμού και πληθυσμού στην χώρα τους μέσω των αποικιών στην περιοχή ενώ η πολιτιστική τους κληρονομιά για τους ίδιους είναι αποτέλεσμα επαφής με την Ελλάδα, αφού δηλώνουν τον θαυμασμό τους για την αρχαία ελληνική σκέψη γεγονός που αποτυπώνεται σήμερα στην αρχιτεκτονική της χώρας την λαϊκή παράδοση και τέχνη.

γράφει η N.F.

Η Εθνική Οργάνωσις Νεολαίας (ΕΟΝ) και η νεολαία της οργάνωσης Ουστάσα (Ustaše Youth) αποτελούν δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα κρατικά ελεγχόμενων οργανώσεων νέων που λειτούργησαν υπό εθνικιστικά καθεστώτα στην Ευρώπη του Μεσοπολέμου και του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. 

Παρότι γεννήθηκαν σε διαφορετικά πολιτικά και κοινωνικά περιβάλλοντα - η πρώτη στην Ελλάδα του Ιωάννη Μεταξά και η δεύτερη στην Κροατία του φιλοναζιστικού κράτους των Ουστάσα - παρουσιάζουν αξιοσημείωτες ομοιότητες τόσο στη δομή όσο και στην ιδεολογική τους κατεύθυνση.

Η ΕΟΝ ιδρύθηκε το 1936, λίγο μετά την εγκαθίδρυση του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, με επίσημο σκοπό τη «σωματική και ψυχική ανάπτυξη των νέων, την καλλιέργεια του εθνικού φρονήματος και της πίστεως προς τη θρησκεία».

Στην πράξη όμως αποτέλεσε εργαλείο διαπαιδαγώγησης της ελληνικής νεολαίας στο πνεύμα του εθνικισμού, της πειθαρχίας και της αφοσίωσης στον ηγέτη και το κράτος. 

Ο Μεταξάς έβλεπε την ΕΟΝ ως το μέσο για τη διαμόρφωση του «νέου Έλληνα», απαλλαγμένου από τα «παλαιά πολιτικά πάθη» και έτοιμου να υπηρετήσει το «εθνικό συμφέρον» με πίστη και αυτοθυσία.

Αντίστοιχα, η Ustaše Youth ιδρύθηκε το 1941, αμέσως μετά τη δημιουργία του Ανεξάρτητου Κράτους της Κροατίας (NDH), που ήταν στενά συνδεδεμένο με τη Γερμανία και την Ιταλία. 

Ο στόχος της ήταν η διαπαιδαγώγηση της Κροατικής νεολαίας σύμφωνα με τις αρχές του φασισμού, του εθνικισμού και της απόλυτης αφοσίωσης στην οργάνωση και στον ηγέτη, τον Άντε Πάβελιτς.

Η Ustaše Youth επιδίωκε να δημιουργήσει τον «νέο Κροάτη», έτοιμο να πολεμήσει και να θυσιαστεί για το έθνος, μέσα από στρατιωτική εκπαίδευση, κατασκηνώσεις και έντονη ιδεολογική προπαγάνδα.

Και οι δύο οργανώσεις είχαν κοινά στοιχεία στη λειτουργία και τη φιλοσοφία τους. 

Πρώτον, στηρίχθηκαν στην ιδέα ότι η νεολαία αποτελεί τη βάση για τη δημιουργία ενός νέου, πειθαρχημένου και ενωμένου έθνους.

Η ΕΟΝ και η Ustaše Youth χρησιμοποιούσαν την ομαδικότητα, τη φυσική αγωγή και τις συλλογικές δραστηριότητες (παρελάσεις, γιορτές, εορτασμούς, εθνικά συνθήματα) ως μέσα ιδεολογικής διαμόρφωσης και πνευματικής πειθαρχίας. 

Και στις δύο περιπτώσεις, η προσωπική ελευθερία του νέου υποχωρούσε μπροστά στην έννοια του «συλλογικού καθήκοντος» απέναντι στο έθνος και τον αρχηγό.

Δεύτερον, οι δύο οργανώσεις έδιναν μεγάλη σημασία στην εκπαίδευση και την προπαγάνδα. Η ΕΟΝ ενσωματώθηκε στη σχολική ζωή, οργανώνοντας μαθήματα «Εθνικής και Ηθικής Αγωγής», ενώ η Ustaše Youth καθοδηγούσε τη σχολική νεολαία μέσα από ιδεολογική εκπαίδευση, στρατιωτικές ασκήσεις και τελετές πίστης στο καθεστώς. 

Και στις δύο περιπτώσεις, ο στόχος ήταν η ιδεολογική ομογενοποίηση της νέας γενιάς, ώστε να στηρίζει ενεργά το καθεστώς.

Τρίτον, η δομή και η οργάνωση και των δύο ήταν ιεραρχική και αυστηρά πειθαρχημένη. 

Οι νέοι χωρίζονταν σε ηλικιακές ομάδες, με βαθμούς, στολές και σύμβολα, και λάμβαναν μέρος σε εθνικές εκδηλώσεις που προωθούσαν το μήνυμα της ενότητας και της δύναμης.

Η ΕΟΝ, για παράδειγμα, υιοθέτησε χαιρετισμό και στολή εμπνευσμένα από αντίστοιχες φασιστικές οργανώσεις, ενώ η Ustaše Youth είχε στρατιωτική διάρθρωση, εκπαίδευση και οργάνωση κατασκηνώσεων σε πρότυπα παρόμοια με τη Χιτλερική Νεολαία.

Ωστόσο, υπάρχουν και ουσιώδεις διαφορές. 

Η ΕΟΝ, παρότι αυταρχική και εθνικιστική, δεν συνδέθηκε με εγκλήματα πολέμου ή υπερβολές. 

Το καθεστώς Μεταξά, αν και δικτατορικό, είχε περιορισμένη διάρκεια και κινήθηκε περισσότερο στο πλαίσιο του ελληνικού εθνικισμού και του αντικομμουνισμού, παρά σε καθαρά φασιστικό ή εθνικοσοσιαλιστικό πλαίσιο.

Αντίθετα, η Ustaše Youth ήταν οργανικά δεμένη με ένα καθεστώς που εφάρμοσε συστηματικές διώξεις κατά των Σέρβων και όλων όσων απειλούσαν το μέλλον της Κροατίας. 

Επιπλέον, στην Ustaše Youth η συμμετοχή κατέστη σχεδόν υποχρεωτική, ενώ στην ΕΟΝ, αν και προτεινόμενη και ενθαρρυμένη, δεν είχε επιβληθεί νομικά ως υποχρέωση για όλους τους νέους παρά την αντίθετη άποψη της αριστεράς που προσπαθεί να βρει «σκελετούς στην ντουλάπα».

Συνοψίζοντας, η ΕΟΝ και η Ustaše Youth αποτελούν δύο διαφορετικές εκδοχές του ίδιου ιστορικού φαινομένου. Και οι δύο οργάνωσαν τη νεολαία με στρατιωτική πειθαρχία, καλλιέργησαν τον εθνικισμό. 

Όμως, ενώ η ΕΟΝ κινήθηκε περισσότερο στο πεδίο της εθνικής και ηθικής διαπαιδαγώγησης, η Ustaše Youth εντάχθηκε πλήρως στην φασιστική πολιτική της εποχής και πρωτοστάτησε στις θρυλικές μάχες οπισθοφυλακής στην λήξη του μεγάλου πολέμου.